lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κληροδοτώ

Λεξικό: αγγλικά κληροδοτώ
Μεταφράσεις: bequeath, commit, inscribe, record, save, write, book, enrol, jot, spell
κληροδοτώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: odkázat, zanechat, nadepsat, nahrát, napsat, registrovat, vepsat, zapisovat, zapsat, zaregistrovat, zaznamenat, zaznamenávat, poznamenat, zanést
κληροδοτώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ausrichten, geben, übergeben, überlassen, übermitteln, überweisen, vermachen, aufschreiben, beschreiben, aufzeichnen, buchen, einschreiben, eintragen, verbuchen, vormerken
κληροδοτώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: anvise, testamentere, indspille, optage, notere
κληροδοτώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: deferir, entregar, legar, apuntar, enrolarse, entrar, ingresar, inscribir, inscribirse, matricularse, prescribir, anotar, matricular, registrar
κληροδοτώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: assigner, céder, communiquer, inoculer, léguer, administrer, enregistrer, inscrire, noter, prescrire, chroniquer
κληροδοτώ στα γαλλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: anvise, overdra, overlate, overrekke, testamentere, innmelde, innskrive, opptegne, notere
κληροδοτώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: завещать, передать, передоверить, перепоручить, сдать, транслировать, записать, исписать, надписывать, отписать, записывать, исписывать
κληροδοτώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: överlåta, översända, anteckna, förskriva, notera, uppteckna
κληροδοτώ στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: testamentata, kirjata
κληροδοτώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: továbbít, beiratkozik, feliratkozik, beírni, felírni
κληροδοτώ στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: legar, afiliar, alistar, anotar, inscrever, inscrevia, matricular, escribas, registrar
κληροδοτώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: przekazać, zapisać, zapisywać
κληροδοτώ στα πολωνική »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: incidere, registrare, annotare, iscrivere, iscriversi, notare, prescrivere, salvare
κληροδοτώ στα ιταλικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: shkruaj
κληροδοτώ στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: занатаваць, запісаць, занатоўваць, запісваць
κληροδοτώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: salvestama
κληροδοτώ στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: upisati
κληροδοτώ στα κροατικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: занотувати, записати, ввійдіть, ввійти, відзначати, відзначити, відмітити, відмічати, відтиск, війти, внести, вносити, вступати, вступити, входити, занести, заносити, занотовувати, запис, записувати, зареєструвати, звіт, знак, літопис, марка, ознака, оцінка, платівка, позначати, позначення, позначити, позначка, покажчик, помітити, помічати, поступати, поступити, прикмета, простежити, простежувати, протокол, реєстрація, реєструвати, рекорд, розміщувати, слід, спогади, увійти, увічнити, увічнювати, штамп
κληροδοτώ στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

κληροδοτώ αντώνυμα, κληροδοτώ ετυμολογία, κληροδοτώ κληρονομώ, κληροδοτώ αντωνυμο, κληροδοτώ βικιλεξικό, κληροδοτώ english, κληροδοτώ το τίποτα σε κανέναν '', κληροδοτώ translate