lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κλειδαριά

Λεξικό: αγγλικά κλειδαριά
Μεταφράσεις: breech, castle, chateau, château, fastener, fastening, lock, matchlock, close, closing, closure, confinement, encapsulation, lockup, lock-up, occlusion, shutdown
κλειδαριά στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: uzávěr, zámek, dohodnout, izolace, ohrada, skončení, skončit, uzavírat, uzavření, uzavřít, zamykat, závěr, zavírání, zavírat
κλειδαριά στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: burg, kastell, schloss, sperre, verschluss, abschluss, absperrung, schließen, schließung, schluss, sperrbaum
κλειδαριά στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: borg, lås, slot, slotte, låse, lukke
κλειδαριά στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: castillo, cerradura, chapa, cierre, cerca, cerrar, clausura
κλειδαριά στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: adent, cadenas, castel, château, culasse, espagnolette, fermeture, fermoir, serrure, verrou, bâclage, blocage, claustration, clôture, conclure, fermer, obstruction, trappe
κλειδαριά στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: castello, cerniera, chiusura, culatta, serratura, argomentare, chiudere, chiusa, concludere, serrare
κλειδαριά στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: borg, glidelås, lås, slott, avslutning, lukke, stengsel
κλειδαριά στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: замок, локон, закрывать, закрытие, запирать, запор, запоры
κλειδαριά στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: borg, lås, slott, avslutning, stängning
κλειδαριά στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: kështjellë, mbyll
κλειδαριά στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: ключалка
κλειδαριά στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: маленький, палац, под, агароджа, загортванне, закрыванне, закрыццё, зачыненне, зачыняць
κλειδαριά στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: loss, lukk, vanker
κλειδαριά στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: linna, lukko, lukita, sulkea
κλειδαριά στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: brava, zaključiti
κλειδαριά στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: tolózár, vár, zár, bezárás
κλειδαριά στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: pilis, spyna, užraktas
κλειδαριά στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: castelo, fechadura, serradura, cerca, cerrar, clausura, fechar
κλειδαριά στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: castel
κλειδαριά στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: grad, ključavnica, zaključiti
κλειδαριά στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: замикати, замкнути, замок, запирати, запор, близький, близько, вимкнути, завершення, закривати, закрити, закриття, зачинення, зачинити, зачиняти, зупинка, розірвання, розпуск
κλειδαριά στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: zamek, zamknięcie
κλειδαριά στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

κλειδαριά ασφαλείας, κλειδαριά e-ternal, κλειδαριά ποδηλάτου, κλειδαριά ασφαλείας omega plus mul-t-lock, κλειδαριά μεσόπορτας, κλειδαριά κυλίνδρου, κλειδαριά cisa, κλειδαριά τιμονιού, κλειδαριά abus, κλειδαριά καμαρόπορτας