lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κλίση

Λεξικό: αγγλικά κλίση
Μεταφράσεις: bank, batter, downhill, grade, gradient, inclination, incline, pitch, posture, slant, slope, tilt, aptitude, aptness, attraction, bent, bias, disposition, inflexion, leaning, mind, penchant, predisposition, proclivity, propensity, tendency, trend, vein, accomplishment, faculty, gift, talent, ability, adaptability, authority, capability, capacity, customizability, intelligence, qualification, sufficiency
κλίση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: inklinace, klopení, nachýlení, náchylnost, náklon, naklonění, šikmost, sklon, sklonění, spád, úklon, zešikmení, chuť, kouzlo, náklonnost, nálada, predispozice, přitažlivost, půvab, rozmístění, svah, uspořádání, záliba, nadání, schopnost, vloha, způsobilost, fakulta, obsah, označení
κλίση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abhang, hang, neigung, steigung, anlage, anziehungskraft, leidenschaft, stimmung, tendenz, trend, trieb, veranlagung, befähigen, befähigung, eignung, fähigkeit, talent, befähigungen, fakultät, kapazität, kraft, qualifikation, vermögen
κλίση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: hældning, skråning, skråplan, dragning, drift, hang, lyst, mode, skrænt, tendens, tilbøjelighed, begavelse, talent, åndsevne, evne, fakultet, fatteevne, sine, ydeevne
κλίση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: cuesta, declive, inclinación, pendiente, afición, disposición, predilección, proclividad, propensión, tendencia, aptitud, dote, calificación, capacidad, facultad, poder, talento, testa
κλίση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: inclinaison, inclination, obliquité, plongement, affection, appétit, attrait, disposition, penchant, pente, prédisposition, propension, récidivité, tendance, vocation, aptitude, qualification, capacité, faculté, habilité, miscibilité, motilité, oxydabilité, prévoyance, réfringence, virtualité
κλίση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: inclinazione, attrattiva, declivio, fascino, genio, pendenza, pendice, predisposizione, tendenza, trend, attitudine, abilità, abilitazione, bravura, capacità, capienza, facoltà, idoneità, qualifica, qualificazione
κλίση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: helling, skråning, skråplan, begivenhet, dragning, drift, hang, lyst, tendens, tilbøyelighet, begavelse, fallenhet, talent, yteevne, åndsevne, dyktighet, evne, fatteevne, ferdighet, kapasitet, sinne
κλίση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: наклон, склон, уклон, наклонность, подверженность, склонность, тенденция, предрасположение, пригодность, способность, вместимость, дарование, мощность
κλίση στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: skråplan, begivenhet, benägenhet, böjelse, dragning, förkärlek, håg, hang, lyst, påbrå, predestination, tendens, anlag, fallenhet, begåvning, begravelse, förmåga, förmögenhet, sinne, talent
κλίση στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: наклон, тенденция
κλίση στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: gradient, kallak, kalduvus, võime, mahutavus
κλίση στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kallistuma, kallistuminen, kaltevuus, viettävyys, houkutin, rinne, taipumus, tendenssi, viehätys, viehätysvoima, kyky, määre, taito, tilavuus
κλίση στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: padina, sposobnost, fakultet, kapacitet
κλίση στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: esés, intézkedés, képesség, adottság, érzék, képesítés
κλίση στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: nuolydis, nuožulnumas, šlaitas, kryptis, polinkis, tendencija
κλίση στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: declive, inclinação, ladeira, disposição, dispositiva, encesta, encosta, prolixidade, rampa, tendência, vertente, dote, talento, capacidade, faculdade, poder
κλίση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: sklon
κλίση στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: скат, апетит, безсилля, вена, відповідальність, диспозиція, жила, займатися, звичка, здатність, здібність, натура, нахил, нюх, підлягання, покликання, потяг, похилений, пристрасть, розміщення, розпорядження, складка, слабість, слабкість, смак, схильність, тенденція, частувати, компетентність, компетенція, місткість, можливість, потужність, правомочність, придатність, спроможність, факультет, дар, дієздатність
κλίση στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: nachylenie, skłonność, uzdolnienie, zdolność
κλίση στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: prirje, aftësi
κλίση στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: нахіл, здольнасць
κλίση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: atracţie, aptitudine
κλίση στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

κλίση ευθείας, κλίση ουσιαστικών, κλίση ρημάτων, κλίση επιθέτων, κλίση αρχαίων ρημάτων, κλίση μετοχών, κλίση συνηρημένων ρημάτων, κλίση στέγης, κλίση ουσιαστικών β δημοτικού, κλίση ουσιαστικών σε ος