lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κλίμακα

Λεξικό: αγγλικά κλίμακα
Μεταφράσεις: gamut, scale, gradation, pitch, gauge, incidence, range
κλίμακα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: paleta, stupnice, měřítko, škála, žebříček, žebřík, kalibr, měrka, norma
κλίμακα στα τσεχική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: skala, målestokke
κλίμακα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: escala, gama
κλίμακα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: gamme, échelle, standard, diapason, jauge
κλίμακα στα γαλλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: гамма, деление, масштаб, диапазон, шкала
κλίμακα στα ρωσικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: sävelasteikko, asteikko, kallio, kivi, luoto, paasi
κλίμακα στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: skála, beosztás, bérc, kőszikla, kőzet, szikla, szirt
κλίμακα στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: escala, gama, desenho, cálculo, pedra, penhasco, risco, roca, rocha, rochedo
κλίμακα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: gama, podziałka, skala
κλίμακα στα πολωνική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: einteilung, maß, maßstab, skala, skale, celsius-skala, gestein
κλίμακα στα γερμανικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: scala, gamma
κλίμακα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: målestokk, skala
κλίμακα στα νορβηγικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: драбiны, маштаб, шкала, скала
κλίμακα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: mastelis, gama, akmuo
κλίμακα στα λιθουανική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: skala
κλίμακα στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: shkëmb, shkrep
κλίμακα στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: диапазон, скала
κλίμακα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kalju, kari
κλίμακα στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: stijena
κλίμακα στα κροατικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: rock
κλίμακα στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: гама, градація, діапазон, луска, лущити, лущитися, масштаб, межа, межі, обсяг, підніматися, піднятися, розмах, розмір, ступінь, шкала, бескид, гойдати, гойдатися, каміння, камінь, коливати, коливатися, колисати, колихати, колихатися, порода, рубець, стрімчак, шрам
κλίμακα στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

κλίμακα φορολογίας εισοδήματος 2014, κλίμακα likert, κλίμακα φορολογίας εισοδήματος 2013, κλίμακα ρίχτερ, κλίμακα mohs, κλίμακα γλασκώβης, κλίμακα μκο, κλίμακα μποφόρ, κλίμακα μερκάλι, κλίμακα μισθωτών 2013