lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κλέβω

Λεξικό: αγγλικά κλέβω
Μεταφράσεις: purloin, steal, swipe, thieve, defraud, rob, adulterate, befoul, beguile, betray, bluff, cheat, deceive, dupe, fake, fool, gouge, impose, jockey, rook, shark, swindle, trick, filch, pinch, snaffle, snoop
κλέβω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: krást, odcizit, rozkrádat, rozkrást, ukrást, loupit, okrást, oloupit, podvádět, podvést, šidit, vykrást, falšovat, fixlovat, klamat, lhát, obalamutit, obelhat, obelstít, obloudit, oklamat, ošálit, ošidit, podfouknout, švindlovat, vymačkat, zahánět, zklamat, ukradnout, vyfouknout
κλέβω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: klauen, stehlen, berauben, bestehlen, beschwindeln, betrügen, gemogelt, mogeln, übervorteilen, entwenden, mausen
κλέβω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: stejle, stjæle, bedrage, fuske, lure, kvarte, nappe
κλέβω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: hurtar, quitar, raspar, robar, volar, burlar, clavar, defraudar, embromar, enclavar, engañar, estafar, sustraer
κλέβω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: arnaquer, chaparder, choper, chouraver, dérober, flibuster, friponner, grincher, larronner, soustraire, voler, cambrioler, dévaliser, entôler, filouter, flouer, frauder, abuser, amuser, carotter, décevoir, dindonner, duper, escroquer, fourber, pigeonner, tricher, tromper, truquer, chiper, subtiliser, vol
κλέβω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: rubare, trafugare, abbindolare, derubare, frodare, svaligiare, barare, imbrogliare, ingannare, raggirare, truffare, furto, sottrarre
κλέβω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: norda, stjela, stjele, bedra, fuske, jukse, lure, kvarte, nappe, naske
κλέβω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: воровать, красть, грабить, обворовывать, обкрадывать, жульничать, изменять, мошенничать, мухлевать, обжуливать, обмануть, обманывать, околпачить, плутовать, своровать, уворовать, украсть
κλέβω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: norpa, snatta, stjäla, skoja, kvarter
κλέβω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: красці, ашукваць, зводзіць, падманваць, украсці
κλέβω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kähveltää, varastaa, rosvota, ryöstää, hämätä, huijari, huijata, luntata, pettää, puijata
κλέβω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: ellop, lop, lopni, becsapni, csal, kavar, rászedni, koma, lopás
κλέβω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: evolar, furtar, quitar, roubar, adulterar, burlar, defraudar, enganar, estafar, iludir, lograr
κλέβω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: kradnúť, podvádzať
κλέβω στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вибирати, вибір, вибрати, визбирувати, збирати, зібрати, зірвати, красти, набирати, підібрати, скупчувати, ввести, вводити, видавати, видати, виказати, виказувати, виконайтеся, вчинити, вчиняти, дурень, дурити, дурний, жарт, забавляти, зайнятися, запроваджувати, запровадити, зраджувати, зрадити, зрадіти, зрадьте, зробити, морочити, мучте, накласти, наставати, настати, обдурити, обдурювати, обкладати, обкласти, обман, обманіть, обманювати, одурманьте, окорок, оподатковувати, оподаткувати, пастка, походити, прибувати, прибути, приїжджати, приїздити, приїхати, прийти, приходити, приходиться, робити, розважати, розчаровувати, розчарувати, розчаруйте, тісто, трап, фальсифікувати, вкрасти, підкупити, спіймайте, старцюйте, украсти
κλέβω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: kraść, okradać, oszukiwać, ukraść
κλέβω στα πολωνική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: prevariti
κλέβω στα κροατικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: varastama
κλέβω στα εσθονική »

Σχετικές λέξεις

κλέβω συνώνυμα, κλέβω ονειροκριτης, κλέβω internet, κλέβω την παράσταση, κλέβω στα αγγλικά, κλέβω εκκλησία, κλέβω αγγλικά, κλέβω στα αρχαία, κόβω κλίση, κλέβω στα γερμανικα