lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κινούμαι

Λεξικό: αγγλικά κινούμαι
Μεταφράσεις: activate, agitate, broach, moot, move, operate, raise, stir, wag, bestir, budge, disturb, rush, tamper, touch
κινούμαι στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bouřit, diskutovat, dojmout, hnout, hýbat, kolébat, kývat, lomcovat, mávat, míchat, obsluhovat, ovládat, pobuřovat, pohnout, pohybovat, posunout, rozčilit, spustit, třást, třepat, vrtět, zamíchat, zmítat, dotyk, hmat, pohánět, rozkývat, úhoz, zasáhnout
κινούμαι στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: aktivieren, berühren, betätigen, bewegen, mucken, regen, zucken, ablaufen, anrühren, gerührt
κινούμαι στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bevæge, flytte, røre, rørelse, berøre, berøring
κινούμαι στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: afectar, agitar, atizar, circular, conmover, emocionar, estremecer, impulsar, mover, moverse, remover, arrancar, tocar, toque
κινούμαι στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: actionner, agiter, bouger, branler, émouvoir, mouvoir, remuer, part, remue, toucher
κινούμαι στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: commuovere, dimenare, mescolare, muovere, muoversi, tastare, toccare
κινούμαι στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bevege, røre, rørelse, dra
κινούμαι στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: двигать, шевелить, сдвигать, трогать
κινούμαι στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: manövrera, rörelse, dra
κινούμαι στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: lëviz
κινούμαι στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: пхаць, соваць, соўгаць, цягнуць, штурхаць
κινούμαι στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hämmentää, hievahtaa, käyttää, liikuttaa, kajota, koskea, kosketus
κινούμαι στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: micati
κινούμαι στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: érint, megmozgat, mozdítani
κινούμαι στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: judėti, judinti
κινούμαι στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: abalar, agitar, circular, comover, emocionar, matizar, menear, mover, mudar, remover, mexer, tocar, toque, vacilar
κινούμαι στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: ворушити, ворушитися, ворушіння, двигати, заохочувати, збуджувати, збудити, посувати, просувати, рухайте, рухати, стимулювати, схиляти
κινούμαι στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: poruszać, ruszać
κινούμαι στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

κινούμαι παρατατικός, κινούμαι συνώνυμα, κινούμαι κλίση, κινούμαι κινείσαι κινείται, κινούμαι συγκινούμαι και γίνομαι πολίτησ του κόσμου, κινούμαι αόριστος, κινούμαι συνώνυμο, ρήμα κινούμαι