lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κινητός

Λεξικό: αγγλικά κινητός
Μεταφράσεις: mobile, figurative, metaphoric, metaphorical, portable, portative, transferable, transmissible, transportable, kinetic, live, movable, moveable, moving, removable, running, vectored
κινητός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: mobilní, pohyblivý, pojízdný, figurální, figurativní, metaforický, obrazný, přenosný, běžící, hybný, movitost, movitý, proměnlivý
κινητός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: beweglich, mobil, bildlich, tragbar, transportabel, übertragbar, abnehmbar
κινητός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bevægelig, allegorisk, figurlig, metaforisk, portabel, mobil, rørlig
κινητός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: móvil, figurado, figurativo, portátil, transportable, mobiliario, movedizo, movible, mueble
κινητός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: mobile, cessible, figuré, métaphorique, portable, portatif, topologique, transmissible, transportable, volant, ambulatoire, locomobile, meuble, mobilier, mouvant, roulant
κινητός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: mobile, metaforico, portatile, trasmissibile
κινητός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bevegelig, allegorisk, bildlig, figurlig, metaforisk, portabel, flyttbar, mobil, rørlig
κινητός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: движущийся, мобилен, мобильный, переносный, портативный, движим, движимый, передвижной, перекатный, подвижной
κινητός στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: мабільны, апанаваны, ахоплены, перасовачны, перастаўны, рухомы
κινητός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: liikkuva, siirrettävä, kannettava, kuvallinen
κινητός στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: mozgó, átvitt, mobil, mozgatható
κινητός στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: móbil, mobila, móvel, figurado, figurativo, portátil, ambulante, andante, itinerante, mobile
κινητός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: мобільний, вручати, вручити, зручний, корисний, передати, переносний, подати, портативний, рука, ручний, фігуральний, зворушливий, переміщення, переміщую, пересувний, пересувній, пересувної, пересувною, рух, рухливий, рухливій, рухливої, рухливою, рухома, рухомий, рухомій, рухомої, рухомою, спонукуваний
κινητός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: mobilny, przenośny, ruchomy
κινητός στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: allegorisk, bildlig, figurlig, metaforisk, portabel, flyttbar, mobil, rörlig
κινητός στα σουηδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: namještaj
κινητός στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

κινητός μέσος όρος, κινητός μαστογράφος, κινητός υπολογισμός, κινητόσ τουρισμόσ, κινητόσ σταθμόσ μεταφόρτωσησ απορριμμάτων, κινητόσ και διάχυτοσ υπολογισμόσ, κινητός πάτος, κινητός σμα, κινητός εργαλειοφόρος