lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κηδεμονία

Λεξικό: αγγλικά κηδεμονία
Μεταφράσεις: attention, care, custody, keeping, patronage, protection, provision, safekeeping, tutelage, ward
κηδεμονία στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: chránění, dozor, krytí, ochrana, opatrování, opatrovnictví, patronát, péče, podpora, poručnictví, protekce, starost, střežení, úschova, zabezpečení, záštita
κηδεμονία στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: behandlung, fürsorge, gewahrsam, hut, obhut, pflege, schirmherrschaft, schutz, sorge, sorgfalt, unterstützung
κηδεμονία στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bekymring, beskyld, beskyttelse, omhu, omsorg, pleje, sorg, tilsyn, værn, vånd, varetægt
κηδεμονία στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: amparo, atención, auxilio, concurso, cuidado, custodia, guarda, patrocinio, protección, tutela
κηδεμονία στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: aide, aile, assistance, curatelle, égide, garde, patronage, protection, protectorat, sauvegarde, souci, tutelle
κηδεμονία στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: assistenza, cura, patronato, protezione, tutela
κηδεμονία στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bekymring, beskyld, beskyttelse, omhu, omsorg, pass, pleie, røkt, skjøtsel, stell, tilsyn, vånd, verge, vern
κηδεμονία στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: забота, защита, опека, опекунство
κηδεμονία στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: beskydd, omsorg, pass, rökt, skötsel, tillsyn, vård, vårdnad
κηδεμονία στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: защита, опека
κηδεμονία στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: апека
κηδεμονία στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: hool, kaitse
κηδεμονία στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hoito, holhous, huoli, huolto, kannatus, suojelus, turva, vartija
κηδεμονία στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: gondoskodás, gondviselés, gyámság
κηδεμονία στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: apgintis, apsauga, globa, priežiūra
κηδεμονία στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: amparo, atenciosa, cuidado, custodia, guarda, paternalismo, preocupação, protecção, proteccional, tutela, zelo
κηδεμονία στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: дотримання, дотримування, зберігання, опіка, опікунство, охорона, схов, траст
κηδεμονία στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: opieka
κηδεμονία στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

κηδεμονία ανηλίκου, κηδεμονία παιδιού, κηδεμονία μαθητή, κηδεμονία τέκνων, κηδεμονία ταινία, κηδεμονία ενηλίκου, κηδεμονία παιδιών, κηδεμονία star, κηδεμονία συνώνυμο, κηδεμονία παιδιού κύπρος