lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κερδίζω

Λεξικό: αγγλικά κερδίζω
Μεταφράσεις: gain, win, earn, deserve, merit, acquire, procure, profit
κερδίζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dosahovat, nabýt, vítězit, vydělávat, vyhrát, získávat, zvítězit, zasluhovat, dosáhnout, dostat, získat
κερδίζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abgewinnen, erlangen, gewinnen, verdienen, erwerben
κερδίζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: få, fortjene, opnå, vinde, tjene, henna
κερδίζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: ganar, merecer, valer, adquirir, cobrar
κερδίζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: emporter, gagner, touche, mériter, valoir, acquérir, profiter
κερδίζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: guadagnare, vincere, meritare, acquisire, acquistare
κερδίζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: få, vinne, oppnå, tjene, fortjene, hinna, spara
κερδίζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: выигрывать, зарабатывать, заслуживать, заслужить, приобретать
κερδίζω στα ρωσικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: fitoj, meritoj
κερδίζω στα αλβανικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ansaita, kostua, voittaa, hankkia
κερδίζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: győzni, nyerni, keresni, érdem, érdemel, javul, nyereség
κερδίζω στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: įgyti, laimėti, pasiekti
κερδίζω στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: auferir, ganhar, lucrar, obter, merecer, valer, adquirir
κερδίζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: wygrywać, zarabiać, zasługiwać, zasłużyć, zyskać, zyskiwać
κερδίζω στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: зарабляць, заслугоўваць
κερδίζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: zarobiť
κερδίζω στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: заробити, заробіть, заробляти, заслуговувати, заслужити, кваліфікувати, кваліфікуйте, навчати, навчатися, навчити, навчитися
κερδίζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: förtjäna, få, förvärva, hinna, spara
κερδίζω στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: omandama
κερδίζω στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: steći
κερδίζω στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

κερδίζω συνώνυμα, κερδίζω χρήματα, κερδίζω έδαφος, κερδίζω χρόνο, κερδίζω τισ εντυπώσεισ, κερδίζω χρόνο στα αγγλικά, κερδίζω χρόνο μετάφραση, κερδίζω στα αρχαία, κερδίζω έδαφος συνώνυμα, κερδίζω έδαφοσ αγγλικά