lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κενό

Λεξικό: αγγλικά κενό
Μεταφράσεις: air-bump, chasm, emptiness, hollow, limbo, vacancy, vacuity, vacuum, void, vacuous, airy, chesty, cocky, conceited, coquet, devoid, empty, futile, idle, inane, purposeless, smug, vacant, vain, vainglorious, bareness, blankness, desert, desolation, bare, blank, emptiest, null, slack, waste
κενό στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: mezera, prázdnota, prázdný, vzduchoprázdno, domýšlivý, hrdý, jalový, ješitný, marnivý, marný, nečinný, neplodný, planý, pyšný, samolibý, zahálčivý, zbytečný, poušť, pustý, bezobsažný, díra, dutina, dutý, liduprázdný, nicotný, odhalený, opuštěný, vpadlý, vyhloubený, vykotlaný
κενό στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: hohlraum, leere, vakuum, leer, eitel, fruchtlos, müßig, nichtig, steril, unfruchtbar, vergebens, vergeblich, zwecklos, öde, wüste, gehaltlos, hohl, inhaltslos, leeren, taub, wüst, erledigung
κενό στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: tom, vakuum, doven, egennyttig, f, forfængelig, forgæves, lens, ørkesløs, ørken, udørken, blank, hul, øde
κενό στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: vacío, vacuo, hueco, inútil, ocioso, vanidoso, vano, desierto, vacante, yermo
κενό στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: vacuité, vide, enflé, fat, glorieux, lège, oisif, plis, stérile, vain, vaniteux, désert, lieu, vague, caverneux, creux, éventé, frivole, yeux, vacance, vacant
κενό στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: vano, vuotaggine, vuoto, ozioso, sterile, vacuo, vanitoso, deserto, lacuna, incavato, vacanza
κενό στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: tom, tomhet, vakuum, doven, egennyttig, f, fåfengt, forfengelig, forgjeves, lens, ørkesløs, ørken, blank, hul, øde, ødslig
κενό στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: вакуум, пустой, вакуумный, бесплодный, бесполезный, напрасный, незанятый, свободный, тщеславен, тщеславный, тщетный, опустошенность, опустошённость, пустота, пустыня, пустырь, дупло, порожний, пробельный, пуст, пустоватый, пустотелый, фразерский, фразёрский, вакансия
κενό στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: vakuum, egennyttig, f, tomhet, andefattig, blank, ihålig, intetsägande, lens, öde, ödslig, tom
κενό στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: çmbush
κενό στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: вакуум, пустиня
κενό στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: пусты, ганарысты, дарэмны, марны, пыхлівы, славалюбны, фанабэрысты, пустата, парожні, вакансія
κενό στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: vaakum, tühi, jõude, viljatu, kõrb, õõs
κενό στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ontelo, tyhjä, tyhjyys, hedelmätön, hyödytön, itsetyytyväinen, joutilas, laiska, aavikko, asumaton, autio, autiomaa, erämaa, kuoppa, ontto
κενό στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: prazan, šupalj, vakuum, uzaludan, zaludu, pustoš
κενό στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: légüres, űr, vákuum, lusta, tétlen, üres, üresség, hézag, puszta, sivatag, üreges
κενό στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: tuščias, vakuumas, bergždžias, bevaisis, drevėtas, duslus, tuščiaviduris
κενό στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: vacilo, vácuo, vão, vazio, estéril, frívolo, fútil, inútil, ocioso, vago, vaidoso, deserto, ermo, balada, cavidade, sueco
κενό στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вакуум, гоноровий, даремний, марний, марнолюбний, марнославний, недійсний, нікчемний, вакансія, лакуна, порожнеча, порожнина, прогалина, пропуск, пустота, балакучий, безхарактерний, вакантний, веселий, вільний, вітряний, вогник, газоподібний, дитячий, дупло, засвітити, здутий, легкий, легковажний, намилений, незайнятий, освітити, пароподібний, пінистий, повітряний, порожній, порожньої, порожньою, пузирчастий, пустий, пустій, пустої, пустою, світлий, світло, скрипка, тривіальний, щоденний, відкриття, запобігання, уникнення
κενό στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: próżnia, próżniowy, próżny, pustka, pusty, wakat
κενό στα πολωνική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: goli
κενό στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: prazen
κενό στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: prázdnota
κενό στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

κενό rec, κενό σύνολο, κενό τουρκικό εφίππιο, κενό rec στίχοι, κενό αέρος, κενό ανάμεσα στα πόδια, κενό επίθημα, κενό μόρφημα, κενό ρεκ, κενό δίκτυο