lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κεντρικός

Λεξικό: αγγλικά κεντρικός
Μεταφράσεις: central, centrality, midland, capital, cardinal, chief, exquisite, foremost, general, grand, high, highest, leading, main, mainstream, major, paramount, primal, primary, principal, salient, interior, inward, medial, median, mid, middle, middle-of-the-road
κεντρικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: centrální, hlavní, střední, středový, ústředna, ústřední, celkový, čelný, důležitý, generál, generální, jistina, kapitál, kardinální, podstatný, povšechný, přední, první, prvotní, valný, velkolepý, vojevůdce, všeobecný, základní, zásadní, mediální, prostředek, prostřední, průměrný
κεντρικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: grundlegend, zentral, allgemein, erstens, generell, hauptsächlich, kapital, primär, vordere, vorzüglich, wesentlich, zuerst, mittlere
κεντρικός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: central, almindelig, general, generel, kapital, primær, midterst
κεντρικός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: central, céntrico, capital, cardenal, cardinal, general, mayúscula, pecado, primero, principal, intermedio, medio
κεντρικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: centrage, central, capital, cardinal, essentiel, général, magistral, originaire, prééminent, premier, principal, médial, médian, moyen
κεντρικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: centrale, basilare, capitale, cardinale, eminente, essenziale, generale, generico, maestro, precipuo, primario, primo, principale, intermedio, medio, mezzo
κεντρικός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: sentral, general, generell, kapital, primær, prinsipiell, midterst
κεντρικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: central, primär, center, inre, mitterst
κεντρικός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: цэнтральны
κεντρικός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: keskeinen, keskus, ensimmäinen, pääoma, yleinen
κεντρικός στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: központi, fő, kéménytoldat, legfőbb, remek, közép, középső
κεντρικός στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: central, mediano, básico, capital, cardinal, fundos, general, geral, maiúscula, principal, médio
κεντρικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: фокусний, центральний, основний
κεντρικός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: centralny, główny, środkowy
κεντρικός στα πολωνική »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: ведущий, всеобщий, главный, капитал, основной, серединный, центральный
κεντρικός στα ρωσικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: kryesor
κεντρικός στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: генерал
κεντρικός στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kapital, kindral, üldine
κεντρικός στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: general, glavni, glavnica
κεντρικός στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: bendras, generolas, kapitalas, pagrindinis, visuotinis
κεντρικός στα λιθουανική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: capital, central
κεντρικός στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

κεντρικός τομέας αθηνών, κεντρικός στίβος εγκαταστάσεων ε.α.κ.ν. αγ. κοσμά, κεντρικός πεζόδρομος ναύπλιο, κεντρικός υποθυρεοειδισμός, κεντρικός πολυδιακόπτης, κεντρικός κλιματισμός, κεντρικός σύνδεσμος θύρα 13, κεντρικός αποχετευτικός αγωγός, κεντρικός super 3, κεντρικός φλεβικός καθετήρας