lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κεντρίζω

Λεξικό: αγγλικά κεντρίζω
Μεταφράσεις: goad, pierce, prick, prickle, prod, stab, tingle, impel, rush, scamper, spur
κεντρίζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bodat, bodnout, děrovat, pálit, píchat, píchnout, pobízet, pobodat, pohánět, popíchnout, povzbuzovat, probít, propíchnout, provrtat, štípat, svrbět, uštknout, popohánět, popohnat, urychlit, uspíšit
κεντρίζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: prickeln, stechen, antreiben
κεντρίζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: pirke, stikke, hast, tilskynde
κεντρίζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: picar, pinchar, apretar, apurar, espolear, incitar
κεντρίζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: aiguillonner, lanciner, larder, picoter, piquer, pointer, brusquer, hâter
κεντρίζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: pizzicare, pungere, punzecchiare, stuzzicare, spronare
κεντρίζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: pirke, stikke, stinga, hast, hasta, hetsa, ila, skylda, tilskynde
κεντρίζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: sticka, stinga, brådska, fjäsk, hast, hasta, hetsa, ila, jäkta, skynda
κεντρίζω στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: pistää
κεντρίζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: szúrni
κεντρίζω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: picar, pinchar, incitar
κεντρίζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: kłuć, popędzać
κεντρίζω στα πολωνική »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: погонять, подгонять, понукать
κεντρίζω στα ρωσικά »

Σχετικές λέξεις

κεντρίζω συνώνυμο