lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: καύσιμο

Λεξικό: αγγλικά καύσιμο
Μεταφράσεις: opal, fuel, gasoline, propellant
καύσιμο στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: opál, hořlavina, palivo, topivo
καύσιμο στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: opal, brennstoff, kraftstoff, treibstoff
καύσιμο στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: opal
καύσιμο στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: ópalo, carburante, combustible
καύσιμο στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: opale, carburant, combustible
καύσιμο στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: opale, carburante, combustibile
καύσιμο στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: opal, bensin, brennstoff, brensel, drivstoff
καύσιμο στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: обожги, отопи, горючее, топливо
καύσιμο στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: opal, bensin, bränsle, drivmedel, drivstoff, motorbränsle
καύσιμο στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: гориво
καύσιμο στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: паліва
καύσιμο στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: polttoaine
καύσιμο στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: goriva
καύσιμο στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: opál, fűtés, tüzelő, hajtóanyag, üzemanyag
καύσιμο στα ουγγρική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: combustibil
καύσιμο στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: opál, palivo
καύσιμο στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: опал, їжа, паливо, стрільба
καύσιμο στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: opal, paliwo
καύσιμο στα πολωνική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: carburante
καύσιμο στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: gorivo
καύσιμο στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

καψιμο λίπους, καύσιμο υβριδικό, καύσιμο υδρογόνο, καύσιμο λίπους, καύσιμο pellet, καύσιμο για kerosun, καύσιμο kerosun, καύσιμο αεροπλάνων, καύσιμο lpg, καύσιμο για φοντύ