lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: καυχιέμαι

Λεξικό: αγγλικά καυχιέμαι
Μεταφράσεις: boast, brag, vaunt, commend, compliment, glorify, laud, praise
καυχιέμαι στα αγγλικά »
 
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: angeben, brüsten, pochen, prahlen, rühmen, loben, preisen, verherrlichen
καυχιέμαι στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: pålå, skryde, berømme, love, lovprise, prise, rose
καυχιέμαι στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: ahuecar, alabarse, alardear, jactarse, presumir, ufanarse, vanagloriarse, alabar, celebrar, decantar, elevar, elogiar, enaltecer, encomiar, ensalzar, glorificar, regalar
καυχιέμαι στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: fanfaronner, prévaloir, targuer, vanter, applaudir, blasonner, célébrer, glorifier, louer, magnifier
καυχιέμαι στα γαλλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: påla, skryt, skryte, berømma, berømme, love, lovprise, prisa, prise, rose
καυχιέμαι στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: хвастать, хвалить
καυχιέμαι στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: pråla, skryt, skryta, berömma, love, prisa
καυχιέμαι στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kehua, kerskailla, ylistää
καυχιέμαι στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: alardear, celebrar, decantar, elogiar, encamisar, ensacar, glorificar, louvar, santificar
καυχιέμαι στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: chełpić, chwalić
καυχιέμαι στα πολωνική »
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: blahopřát, chválit, glorifikovat, oslavovat, pochválit, velebit, vychvalovat
καυχιέμαι στα τσεχική »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: decantare, elogiare, encomiare, glorificare, lodare, vantarsi
καυχιέμαι στα ιταλικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: хваліць
καυχιέμαι στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kiitma, ülistama
καυχιέμαι στα εσθονική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: csodál, dicsér, dicséret, dicsérni
καυχιέμαι στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: garbinti, girti
καυχιέμαι στα λιθουανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вихваляння, похвала, похвалити, рекомендувати, рекомендуйте, розхвалити, розхвалювати, хвалити
καυχιέμαι στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

καυχιέμαι ορισμος, καυχιέμαι μετάφραση, καυχιέμαι αγγλικά