lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κατοχή

Λεξικό: αγγλικά κατοχή
Μεταφράσεις: belonging, belongings, chattel, effect, having, possession, holding, ownership, ownerships, tenure, asset, estate, premise, property, substance, tenement, attribute, demesne, have, own, proper, proprietary
κατοχή στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: država, držba, držení, majetek, vlastnictví, majetnictví, vlastnění, statek, usedlost, vlastnost, doména, vlastní
κατοχή στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: besitz, eigentum, habe, habseligkeiten, anwesen, besitztum, besitzung, eigenschaft, gut, herrschaft
κατοχή στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: besiddelse, effekt, ejendom, exe, bondegård, egenskab, formue, gård, kvalitet, besmittelse, egen
κατοχή στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: posesión, dominio, bienes, finca, heredad, pertenencia, propiedad, tierra
κατοχή στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: frusquina, possession, saint-frusquin, détention, colonie, domaine, non-valeur, propriété, chose, propre
κατοχή στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: possesso, roba, fattoria, fondo, podere, proprietà, tenuta, proprio
κατοχή στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: besittelse, effekt, eie, eierskap, eiendom, formue, gård, kvalitet, besitta, egen, egendom, eiendel, inneha
κατοχή στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: владение, имущество, собственность, обладание, имение, поместье
κατοχή στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: ägodelar, effekt, besittning, formge, äga, besitta, egen, egendom, inneha
κατοχή στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: владение, свойство, собственост
κατοχή στα βουλγαρικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hallinta, omistus, laatu, maatila
κατοχή στα φινλανδικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: nuosavybė, savybė, turtas
κατοχή στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: possessão, domínio, fazenda, finca, granja, herdade, ienes, pertinência, propriedade, qualidade, roça, terras
κατοχή στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dobytek, posiadanie, posiadłość, własność
κατοχή στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: валоданне, уласнасць
κατοχή στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: tulajdonjog, ildomos, jelleg, saját, tulajdon, tulajdonság, vagyon
κατοχή στα ουγγρική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вклад, власність, влаштовувати, влаштувати, вмістити, вміщати, вміщувати, внесок, володіння, володіти, галузь, держати, домен, домініон, займання, зберігання, користування, область, окупація, перебування, проведення, провести, проводити, суміщення, сфера, тримати, триматися, утримування, холдинг, холдинговий, холдінг, баронство, витримати, майно, майновий, мирський, чинність
κατοχή στα ουκρανικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: pronë
κατοχή στα αλβανικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kinnisvara, omand, vara
κατοχή στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: imanje
κατοχή στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

κατοχή αιτωλοακαρνανίας, κατοχή στην ελλάδα, κατοχή ναρκωτικών ποινή, κατοχή λεξικό, κατοχή πιστοποιητικού adr, κατοχή άδειας security, κατοχή μεσολογγίου, κατοχή στην αθήνα, κατοχή αγγλικά