lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κατορθώνω

Λεξικό: αγγλικά κατορθώνω
Μεταφράσεις: attain, reach, arrival, get, got, accomplish, achieve, acquire, amount, gain, produce, score, apply, realize
κατορθώνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dojet, dojít, doletět, dosáhnout, dospět, přijet, přijít, přiletět, sahat, dosahovat, nabýt, předat, provést, uskutečnit, uskutečňovat, získat, dokončit, prodat, realizovat, splnit, vykonat, zpeněžit
κατορθώνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: einfahren, eintreffen, gelangen, vordringen, dazukommen, zugehen, erlangen, erreichen, erringen, erwerben, erzielen, ausführen, realisieren
κατορθώνω στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: alcanzar, conseguir, llegar, rodar, acceder, adquirir, cachar, lograr, reportar, cumplir, efectuar, realizar
κατορθώνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: arriver, interpénétrer, parvenir, pénétrer, roder, aboutir, acquérir, atteindre, réaliser, accomplir
κατορθώνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: giungere, pervenire, toccare, acquisire, acquistare, conseguire, raggiungere, realizzare, compiere
κατορθώνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: oppnå, få, fullborda, hinna, nå, tilegne, utdøra, vinne, realisere
κατορθώνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: добирать, достигать, достичь, притирать, выполнять, осуществлять, реализовать, реализовывать
κατορθώνω στα ρωσικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: arrij, kryej
κατορθώνω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: адбыцца, прыстань, прыходзiць, дажываць, дасягаць, даходзіць, здзяйсняць, напаўняць, рабіць, рэалізавацца, рэалізоўвацца, рэалізоўваць
κατορθώνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: jõudma, omandama, saavutama, teostama
κατορθώνω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: päästä, saapua, saavuttaa, tulla, ansaita, hankkia, tavoittaa, yltää, toteuttaa
κατορθώνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: prispjeti, ostvariti
κατορθώνω στα κροατικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: alcançar, alegar, atingir, chegar, conseguir, vir, abranger, adquirir, arranjar, lograr, obter, realizar, tocar, acatar
κατορθώνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: docierać, dojść, osiągać, realizować
κατορθώνω στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: tillgå, anlända, ernå, få, förvärva, fullborda, hinna, nå, räcka, upphinna, utföra, förverkliga
κατορθώνω στα σουηδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: eljutni, jut, odamenni, elérni, megvalósítani
κατορθώνω στα ουγγρική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: få, nå, tilegne, realisere
κατορθώνω στα δανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: dosiahnuť
κατορθώνω στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бити, виконати, виконувати, відкриття, вражати, вразити, дійти, домогтися, досягати, досягніть, досягнути, досягти, завершити, завершіть, завершувати, заставати, застати, здійснити, здійснювати, здобувати, здобути, набувати, набудьте, набути, надійти, надходити, нажити, наставати, настати, одержати, одержите, опанувати, отримати, отримувати, походити, прибувати, прибудьте, прибути, придбати, приїжджати, приїздити, приїхати, прийти, принесіть, принести, приносити, приходити, приходиться, простягатися, протягати, протягнути, протягувати, страйк, страйкувати, сягати, сягнути, удар, укладати, укласти, вести, визволити, визволяти, виконайте, виконайтеся, викупати, викупити, викуповувати, виступати, виступити, відвідати, відвідувати, відповідати, влаштовувати, влаштувати, врятувати, вчинити, вчиняти, задовольнити, задовольніть, задовольняти, зайнятися, звільнити, звільняти, здійсніть, зробити, зрозуміти, обговорювати, обумовити, обумовлювати, перебувати, перебудьте, позивати, пропозиція, реалізувати, реалізуватись, реалізуватися, робити, розуміти, рятувати, стратити, страчувати, усвідомте, ходити
κατορθώνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: pasiekti
κατορθώνω στα λιθουανική »

Σχετικές λέξεις

κατορθώνω συνώνυμα, κατευθύνω ετυμολογία, κατευθύνω συνώνυμο