lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κατηγορώ

Λεξικό: αγγλικά κατηγορώ
Μεταφράσεις: accuse, blame, incriminate, arraign, asperse, denounce, impeach, impute, indict
κατηγορώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: inkriminovat, obvinit, obviňovat, obžalovat, svědčit, vinit, odsoudit, odsuzovat, vyčítat, žalovat
κατηγορώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anklagen, anschuldigen, anzuschuldigen, beschuldigen
κατηγορώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: anklage, bebrejde, belaste, beskylde, laste, tiltale
κατηγορώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: acriminar, acusar, culpar, incriminar, inculpar, procesar
κατηγορώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: accuser, charger, imputer, incriminer, inculper, déclamer, déférer, entraccuser, récriminer
κατηγορώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: accusare, addebitare, caricare, incolpare, incriminare, tacciare, denunciare, imputare
κατηγορώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: anklage, bebreide, belaste, beskylde, laste, tiltale
κατηγορώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: инкриминировать, обвинять
κατηγορώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: anlage, beskylla, åklaga
κατηγορώ στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: fajësoj
κατηγορώ στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: абвінавачваць
κατηγορώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: süüdistama
κατηγορώ στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: syyttää
κατηγορώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: acusar, arguir, culpar, denunciar, incriminar, inculpar
κατηγορώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: викласти, виріб, денонсувати, донесіть, донести, доносити, застелити, звинуватити, звинувачувати, звинувачуйте, класти, накривати, накрити, обвинуватити, обвинуватьте, обвинувачувати, параграф, покладати, покласти, положення, положити, постелити, предмет, пункт, річ, стаття, стелити
κατηγορώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: obwiniać, oskarżać
κατηγορώ στα πολωνική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: tužiti
κατηγορώ στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: beperel
κατηγορώ στα ουγγρική »

Σχετικές λέξεις

κατηγορώ τους ανθρώπους, κατηγορώ συνώνυμα, κατηγορώ το κορμί μου, κατηγορώ ετυμολογία, κατηγορώ συνώνυμο, κατηγορώ του ζολά, κατηγορώ εμίλ ζολά, κατηγορώ τους ανθρώπους (1966), κατηγορώ τους δυνατούς, κατηγορώ το κκε με μάρτυρα το ίδιο