lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κατευνάζω

Λεξικό: αγγλικά κατευνάζω
Μεταφράσεις: appease, soothe, allay, assuage, extinguish, kill, mitigate, quell, relieve, heal, palliate, becalm, calm, compose, ease, lull, moderate, pacify, placate, quiet, quieten, reassure, salve, sober, sooth, steady, tranquillize, conciliate, oneself, settle, alleviate, gratify, please, quench, sate, satiate, commute, mollify, soften, attenuate, deaden, extenuate, qualify, sleek
κατευνάζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: konejšit, mírnit, tišit, uchlácholit, uklidnit, ukojit, ukonejšit, upokojit, uspokojit, utišit, nadlehčit, odlehčit, oslabit, pomoci, pomoct, tlumit, ulehčit, ulevit, zmírnit, utlumit, pacifikovat, uklidňovat, upevnit, ztichnout, chlácholit, nasytit, sytit, vyhovět, snížit, utěšovat, zjemnit, zlehčit, zmenšit, zmírňovat, ztlumit, hladit, krotit, lichotit, uvolnit, zeslabit, změkčit
κατευνάζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: lindern, trösten, besänftigen, stillen, beruhigen, beschwichtigen, befriedigen, erleichtern, mildern, gelindert
κατευνάζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: berolige, tyst, tilfredsstille, formilde, lindr
κατευνάζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: adormecer, apaciguar, aplacar, aquietar, mitigar, aligerar, aliviar, calmar, desalterar, dulcificar, amainar, atemperar, cicatrizar, entibiar, pacificar, serenar, sosegar, templar, tranquilizar, acallar, calmarse, saciar, satisfacer, conmutar, ablandar, amansar, atenuar, endulzar, moderar, suavizar
κατευνάζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: apaiser, assoupir, calmer, soulager, adoucir, lénifier, calmir, déchagriner, désénerver, désenvenimer, pacifier, rasséréner, rassurer, tempérer, tranquilliser, désarmer, placage, radoucir, assouvir, contenter, désintéresser, satisfaire, alléger, atténuer, commuer, détendrent, gazer, pallier, estomper, flatter, humaniser, mitiger, modérer, relâcher, velouter
κατευνάζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: acquietare, ammansire, calmare, pacare, sopire, alleviare, attutire, smorzare, abbonacciare, calmarsi, lenire, pacificare, placare, rassicurare, tranquillizzare, accontentare, contentare, saziare, addolcire, allentare, attenuare, annacquare, mitigare, moderare, temperare
κατευνάζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: berolige, blidka, lindra, lisa, trøsta, myldra, lugn, lunna, stilla, tyst, tilfredsstille, formilde, mjukna, lindr
κατευνάζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: успокоить, облегчать, смирять, успокаивать, унять, удовлетворить, утолить, скрасить, смягчить, скрашивать, смягчать, умерять, утолять
κατευνάζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: blidka, lindra, lisa, trösta, mildra, lugn, lugna, stilla, stillsam, tyst, mätta, mjukna, förmildra, lätta, lätthet
κατευνάζω στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: lepyttää, huojentaa, lieventää, hillitä, hiljentää, tyydyttää, helpottaa, vaimentaa
κατευνάζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: adormecer, aplacar, aquietar, mitigar, aligeirar, aliviar, consolar, amainar, calmar, cicatrizar, pacificar, serenar, tranquilizar, saciar, satisfazer, amaciar, comutar, abrandar, atenuar, chamadas, entulhar, moderar, suavizar, temperar
κατευνάζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: ukoić, uśmierzać, uśmierzyć, uspokajać, uspokoić, zaspokoić, złagodzić, łagodzić
κατευνάζω στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: shuaj, qetësoj
κατευνάζω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: заспакойваць, суцішаць, сцішаць, сцішваць, заспакоіць, суняць, суцішыць, сцішыць, уціхамірыць, змякчаць, памякчаць
κατευνάζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: ublažiti, umiriti, zadovoljiti
κατευνάζω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: enyhíteni, lecsillapítani, megnyugtatni, nyugszik, megnyugszik, nyugodt, csillapítani, mérsékelni
κατευνάζω στα ουγγρική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бальзам, вирішувати, влаштовувати, влаштовуватися, влаштувати, врегулювати, врятувати, все-таки, досі, заспокоїти, заспокойте, заспокойтеся, заспокоювати, застелити, зменшити, зменшувати, класти, компонувати, накривати, накрити, нерухомий, оселити, оселитися, оселіться, оселяти, оселятися, погоджувати, погодити, покладати, покласти, положення, положити, постелити, придушіть, примиріть, проте, регулювати, регулюватися, рятувати, складати, скласти, скомпонувати, стелити, стримайте, стримати, стримувати, тихий, улагоджувати, улагодити, умиротворіть, ще, викласти, вирішити, видозмінити, видозмінювати, відіслати, відсилати, здіймати, змініть, кваліфікувати, навчати, навчатися, навчити, навчитися, освітліть, ослабити, ослабитися, ослаблювати, ослаблюватися, ослабте, передавати, передати, переказати, переказувати, підкорити, підкоріть, підкоряти, підсолодіть, послабити, послаблювати, припинити, припиняти, простити, прощати, розслабитися, розслаблятися, слабнути
κατευνάζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: linişti, atenua
κατευνάζω στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

κατευνάζω συνώνυμα, κατευνάζω αντωνυμο, κατευνάζω τα πνεύματα, κατευθύνω συνωνυμο, κατευθύνω βικιλεξικο