lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: καταστρέφω

Λεξικό: αγγλικά καταστρέφω
Μεταφράσεις: annihilate, blight, bulldoze, confound, consume, crush, damage, deface, destroy, devastate, disrupt, exterminate, fordo, kill, mar, nip, pulverize, ravage, rot, shatter, stave, vandalize, wreck, ruin, scupper, combat, dull, demolish, sack, destruct, dilapidate, extinguish, impoverish, obliterate, raze, sear, shipwreck, frustrate
καταστρέφω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: decimovat, demolovat, drancovat, drtit, hltat, hubit, hyzdit, kazit, kosit, mačkat, ničit, pobít, pokazit, poškodit, pošramotit, přerušit, pustošit, rozbít, rozdrtit, rozetřít, rozmačkat, rozmazlit, rozrušit, roztříštit, spotřebovat, strávit, stravovat, tříštit, vyčerpat, vyhladit, vyhlazovat, vyhubit, vykořenit, vyvraždit, zahubit, zamáčknout, zbořit, zkazit, zmařit, zničit, zohyzdit, zpustošit, zruinovat, bořit, rozbořit, ruinovat, zrušit, bourat, zabít, zbourat, promrhat
καταστρέφω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abzehren, ausrotten, beschädigen, fressen, ruinieren, verbrauchen, vernichten, verwüsten, zerschmettern, zerstören, auszurotten, abbauen, abbrechen, abtragen, niederreißen, schleifen, zertrümmern, abreißen, kaputtgehen, strapazieren, vertilgen, verzehren
καταστρέφω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: beskadige, knuse, ødelægge, presse, ruin, ruinere, demolere, omstyrte, rasere, spolere, forpurre
καταστρέφω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aniquilar, anonadar, arrasar, arruinar, consumir, damnificar, dañar, daño, demoler, derruir, desbaratar, desolar, despedazar, destrozar, destruir, deteriorar, devastar, estragar, estrellar, estropear, exterminar, gastar, quebrantar, reventar, romper, talar, arruinarse, desmoronarse, ruinar, deshacer
καταστρέφω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: aberrer, abîmer, anéantir, attaquer, briser, consumer, corrompre, délabrer, démolir, désoler, détériorer, détruire, dévaster, dévorer, écraser, endommager, exterminer, extirper, flétrir, forcer, gâter, massacrer, miner, moissonner, raser, ravager, ruiner, user, grugęr, annihiler, catastropher, réduire, torpiller, abattre, débâtir, défaire, dégrader, désemparer, dilacérer, foudroyer, friper, pulvériser, supprimer
καταστρέφω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: annichilire, annientare, consumare, danneggiare, desolare, devastare, disfare, distruggere, estirpare, guastare, ledere, rovinare, sciupare, sconvolgere, struggere, diroccare, viziare
καταστρέφω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: beskadige, knuse, ødelegge, slite, tilintetgjøre, utrydde, ruin, ruinere, demolere, døda, nedbryte, omstyrte, rasere, riva, herje, skjemme, spolere, forpurre
καταστρέφω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: искоренять, истреблять, повреждать, разрушать, сокрушать, уничтожать, разорять, тупить, аннигилировать, уничтожить, разрушить, износить, истребить, опоганить, сокрушить
καταστρέφω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: förfalla, krossa, slita, fördärv, ofärd, ruin, ruinera, tillintetgöra, utplåna, döda, rasera, riva, avnöta, fördärva, förgöra, förinta, ödelägga, spoliera, stäcka
καταστρέφω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: dëmtoj, shkatërroj
καταστρέφω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: выводзіць, вынішчаць, губіць, знішчаць
καταστρέφω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: pilata, raiskata, ruhjoa, särkeä, tärvellä, tuhota, vahingoittaa, vaurioittaa, vioittaa, hävittää, purkaa
καταστρέφω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: pokvariti, uništiti
καταστρέφω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: elront, pusztít, pusztítani, rom, tönkremenni, összedönt, elpusztít, elpusztítani, tönkretenni
καταστρέφω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aniquilar, arruinar, avariar, britar, consumir, danificar, demolir, desbaratar, desgastar, desolar, destronar, destruir, deteriorar, devastar, esgotar, esmagar, estragar, estropear, exterminar, gastar, quebrantar, subverter
καταστρέφω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: strica
καταστρέφω στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: анулюйте, викоренити, викореніть, викорініть, викорінювати, винищити, винищувати, гасити, гасіть, загасити, знищити, знищте, знищувати, зруйнувати, касувати, корінь, ліквідувати, ліквідуйте, нейтралізуйте, нищити, поглинати, поглинути, поглиньте, потушити, прикути, руйнувати, скасовувати, скасувати, скасуйте, споживати, спожити, тушити, усувати, усунути, чахніть
καταστρέφω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: niszczyć, rujnować, tępić, unicestwiać, unicestwić, zburzyć, zniszczyć, zniweczyć
καταστρέφω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

καταστρέφω συνώνυμα, καταστρέφω αρχαία, καταστρέφω στα αγγλικα, καταστρέφω στα γαλλικά