lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: καταριέμαι

Λεξικό: αγγλικά καταριέμαι
Μεταφράσεις: curse, revile, swear, ban, damn, oath
καταριέμαι στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: klít, nadávat, přísahat, proklínat, proklít, zaklít, zatracovat, zatratit, zlořečit
καταριέμαι στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: fluchen, geflucht, schwören, verfluchen, verdammen, verwünschen
καταριέμαι στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: sværge, forbande
καταριέμαι στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: blasfemar, jurar, maldecir
καταριέμαι στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: jurer, maudire, maugréer, pester, sacrer, anathématiser, damner
καταριέμαι στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: bestemmiare, giurare, imprecare, maledire, dannare
καταριέμαι στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: banne, dundra, forbanne
καταριέμαι στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: клясть, ругать, материть, проклинать
καταριέμαι στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: dundra, förbanne, svära, förbanna
καταριέμαι στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: betohem, mallkoj
καταριέμαι στα αλβανικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: needma
καταριέμαι στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kiroilla, kirota, manata, vannoa
καταριέμαι στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: káromkodik
καταριέμαι στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: amaldiçoar, blasfemar, jurar, maldizer, abominar
καταριέμαι στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: kląć, przeklinać
καταριέμαι στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: клясці, праклінаць
καταριέμαι στα λευκορωσίας »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: proklinjati
καταριέμαι στα κροατικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: проклинати
καταριέμαι στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

καταριέμαι συνώνυμο