lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: καταναλώνω

Λεξικό: αγγλικά καταναλώνω
Μεταφράσεις: consume, exhaust, expend, outwear, wear
καταναλώνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: spotřebovat, strávit, stravovat, vyčerpat, vypotřebovat, zničit, hltat, konzumovat, požívat, sníst, obnosit, opotřebovat, ubrousit, utrácet, utratit, vyčerpávat, vydat, vydřít, vynaložit
καταναλώνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: konsumieren, verbrauchen, verzehren, einnehmen, fressen, genießen, schlucken, abnutzen, abtreten, aufbrauchen, aufwenden, strapazieren
καταναλώνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: konsumere, tære, fortære
καταναλώνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: consumir, desgastar, deteriorar, expender, gastar, gastarse
καταναλώνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: consommer, consumer, absorber, manger, prendre, dépenser, user
καταναλώνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: consumare, struggere, logorare, spendere
καταναλώνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: konsumere, konsumert, tære, fortære, innta, bruke
καταναλώνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: есть, потреблять, изнашивать, использовать, расходовать, тратить
καταναλώνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: konsumera, tärde, förtära, spisa
καταναλώνω στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: käyttää, kuluttaa, hivuttaa
καταναλώνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: consumir, esgotar, gastar, desgastar, expender
καταναλώνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: konsumować, spożywać, zużywać
καταναλώνω στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: выдаткоўваць, есці, расходаваць, спажываць
καταναλώνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: pojesti
καταναλώνω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: elfogyaszt, elhasznál
καταναλώνω στα ουγγρική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: jesť
καταναλώνω στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: поглинати, споживати, спожити, чахніть
καταναλώνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kulutama
καταναλώνω στα εσθονική »

Σχετικές λέξεις

καταναλώνω άρα υπάρχω, καταναλώνω ετυμολογία, καταναλώνω συνώνυμο, καταναλώνω ελληνικά, καταναλώνω χωρίς μεσάζοντες, καταναλώνω συνώνυμα, καταναλώνω λεξικο, καταναλώνω στα αγγλικα