lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: καταλαβαίνω

Λεξικό: αγγλικά καταλαβαίνω
Μεταφράσεις: comprehend, conceive, construe, fathom, savvy, see, understand, understood, apprehend, digest, grasped, twig
καταλαβαίνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: chápat, chytit, hledět, mínit, nahlížet, navštěvovat, obsáhnout, obsahovat, pochopit, pojmout, porozumět, pozorovat, rozumět, slyšet, spatřit, uvážit, uvidět, vidět, viz, vnímat, zahrnout, zahrnovat, zažít, zadržet
καταλαβαίνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: auffassen, begreifen, enthalten, umfassen, verstehen, durchblicken, einsehen, erfassen
καταλαβαίνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: forstå, se, underforstå, fatte, tyde
καταλαβαίνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: caer, comprender, concebir, entender, sobrentender, captar, idear
καταλαβαίνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: comprend, comprendre, entend, entendre, saisir, voir, concevoir
καταλαβαίνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: capire, cogliere, comprendere, intendere, sentire, vedere, afferrare
καταλαβαίνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: begripe, forstå, oppfatte, se, skjønne, underforstå, fatte, gripe, innse, tyde
καταλαβαίνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: понимать, постигать, разуметь, соображать, понять, сообразить
καταλαβαίνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: förstå, fnatte, inse, uppfatta
καταλαβαίνω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: kuptoj
καταλαβαίνω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: ахопліваць, здарацца, понимаешь, разумець, спасцігаць, спатыкаць, чуць
καταλαβαίνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: älytä, käsittää, sisältää, tajuta, ymmärtää
καταλαβαίνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: átlátni, ért, érteni, felfog
καταλαβαίνω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: apreender, cear, compreender, entender, ouvir, captar, idear
καταλαβαίνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бачити, вважати, ввійти, відчувати, відчути, війти, внести, вносити, всисати, вступати, вступити, входити, вхопити, гадати, дивитися, дивіться, думайте, думати, занести, заносити, зарубка, затискати, затискувати, затиснути, затримати, затримувати, захопити, захоплювати, збагнути, здійснити, здійснювати, зрозумійте, зрозуміти, інтерпретувати, інтерпретуйте, мислити, міркувати, осягати, осягти, охопити, охоплювати, оцінити, оцінювати, перекладати, перекласти, побачити, побоюватися, поглинати, поглинути, поглиньте, подумати, помітьте, поступати, поступити, пройти, проколювати, пронизати, проникніть, проникнути, проходити, реалізувати, розтлумачити, розуміє, розуміти, сприймати, сприйняти, стискати, стискувати, схопити, тлумачити, увійти, усвідомте, уявити, уявляти, цінити, цінувати, цінуйте
καταλαβαίνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: rozumieć, zrozumieć
καταλαβαίνω στα πολωνική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: razumjeti, shvatiti
καταλαβαίνω στα κροατικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: razumeti
καταλαβαίνω στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: pochopiť
καταλαβαίνω στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

καταλαβαίνω βανδή, καταλαβαίνω βανδή στίχοι, καταλαβαίνω συνώνυμο, καταλαβαίνω στίχοι, καταλαβαίνω δέσποινα βανδή stixoi, καταλαβαίνω - δέσποινα βανδή, καταλαβαίνω και γράφω, καταλαβαίνω ετυμολογία, καταλαβαίνω δέσποινα βανδή στίχοι, καταλαβαίνω οικονομόπουλος