lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κατακτώ

Λεξικό: αγγλικά κατακτώ
Μεταφράσεις: boom, conquer, enslave, subjugate, beat, clobber, defeat, lick, outplay, overcame, overcome, overpass, overpower, reduce, surmount, achieve, acquire, attain, procure, score, win
κατακτώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dobýt, podmanit, podrobit, ujařmit, vybojovat, zotročit, bít, klepat, mlátit, naklepat, porážet, porazit, překonat, přemoci, převyšovat, šlehat, tlouci, vyklepat, zbít, zvítězit, dohodit, dosáhnout, dostat, dostihnout, nabýt, obstarat, opatřit, pořídit, získat, získávat
κατακτώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: unterwerfen, besiegen, bewältigen, schlagen, übersteigen, überwältigen, überwinden, bemächtigen, besorgen, erbeuten, erlangen, erobern, erringen, erwerben, erzielen, gewinnen, schaffen
κατακτώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: erobre, underkaste, besejre, overvælde, overvinde, slå, få, fortjene, nå, vinde
κατακτώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: conquistar, mejorar, someter, barrer, rendir, vencer, adquirir, alcanzar, captar, cobrar, conseguir, expugnar, ganar, procurarse
κατακτώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: asservir, conquérir, maîtriser, surmonter, triompher, acquérir, attraper, découvrir, procurer, remporter
κατακτώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: assoggettare, conquistare, soggiogare, bastonare, battere, debellare, picchiare, sconfiggere, sormontare, superare, vincere, acquisire, acquistare, conseguire, procurare
κατακτώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: erobre, underkaste, beseire, overvelde, slå, få, hinna, oppnå, vinne
κατακτώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: завоевывать, завоёвывать, закабалять, подбивать, покорять, одолеть, осилить, пересилить, победить, побороть, преодолевать, преодолеть, добывать, наживать, раздобывать
κατακτώ στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: заваёўваць, пакараць, пераадолець, перамагчы
κατακτώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: valloittaa, kukistaa, voittaa, ansaita, hankkia, saavuttaa
κατακτώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: conquistar, debelar, vencer, abranger, adquirir, alcançar, arrancar, arranjar, auferir, captar, conseguir, ganhar, obter, tocar
κατακτώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: завойовувати, завоюйте, зменшити, зменшувати, перебороти, переборювати, перемагати, перемогти, переможіть, підкорити, підкоритися, підкоріть, підкоріться, підкорювати, підкоряти, підкорятися, подавати, подати, понижати, понизити, представити, представляти, скоротити, скорочувати, скоряти, долати, подоланий, подолати
κατακτώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: podbijać, pokonać, zdobywać
κατακτώ στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: besegra, överträffa, slå, bemäktiga, få, förvärva, hinna
κατακτώ στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: mund, fitoj
κατακτώ στα αλβανικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: pobijediti
κατακτώ στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: legyőzni, meghódítani, megkapni, zsákmányolni
κατακτώ στα ουγγρική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: omandama
κατακτώ στα εσθονική »

Σχετικές λέξεις

κατακτώ συνώνυμα, κατακτώ english, κατακτώ στα αγγλικά, κατακτώ αγγλικά, κατακτώ μετάφραση