lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: καταδικάζω

Λεξικό: αγγλικά καταδικάζω
Μεταφράσεις: blame, censure, condemn, damn, decry, deplore, deprecate, reprobate, reprove, convict, contaminate, vitiate, doom, foredoom, sentence
καταδικάζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: neschvalovat, odsoudit, odsuzovat, proklínat, proklít, zatratit, zavrhnout, zavrhovat, infikovat, kontaminovat, nakazit, zamořit, znečistit
καταδικάζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: verdammen, verurteilen, verderben, vergällen, verseuchen, aburteilen
καταδικάζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: dømme, fordømme, idømme
καταδικάζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: condenar, desaprobar, reprobar
καταδικάζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: blaguer, condamner, damner, désavouer, réprouver, contaminer
καταδικάζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: condannare, dannare, disapprovare
καταδικάζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: dømme, fordømme, døma, idømme, domfelle
καταδικάζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: осуждать, порицать, осудить, наказать, обречь, приговорить, денатурировать, портить, обрекать, приговаривать, присуждать
καταδικάζω στα ρωσικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: dënoj
καταδικάζω στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: осъждам
καταδικάζω στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: асуджаць, асуджваць, ганіць, засуджваць, асудзіць, засудзіць, зганіць, псаваць
καταδικάζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kirota, paheksua, tuomita, saastuttaa
καταδικάζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: amaldiçoar, censurar, condenar, recriminar, reprovar, inutilizar
καταδικάζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: декламуйте, денонсувати, засуджувати, засудити, засудіть, інкримінувати, інкримінуйте, конфісковувати, критикувати, критикуйте, обвинуватьте, осуджувати, осудити, проголосити, проголосіть, проголошувати, проповідувати, проповідуйте, розкритикувати, вада, відмінити, ганьбити, гинути, гиньте, дефект, забрудніть, загинути, заплямувати, зґвалтуйте, зіпсувати, зіпсуватися, злякайтеся, знищте, зруйнувати, недолік, пляма, плямувати, погіршити, погіршитися, погірштеся, погіршувати, погіршуватися, порушити, порушувати, пошкоджувати, пошкодити, псувати, псуватися, псуйте, псуйтеся, руйнувати, спотворити
καταδικάζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: potępiać, potępić, skazać, skazywać
καταδικάζω στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: fördöma, döma
καταδικάζω στα σουηδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: eltompít, kárhoztat
καταδικάζω στα ουγγρική »

Σχετικές λέξεις

καταδικάζω english, καταδικάζω συνώνυμο, καταδικάζω συνώνυμα, καταδικάζω ετυμολογία