lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: καταγωγή

Λεξικό: αγγλικά καταγωγή
Μεταφράσεις: ancestry, ascendance, background, birth, blood, derivation, descent, extraction, lineage, origin, origination, parentage, paternity, pedigree, provenance, provenience, strain
καταγωγή στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: náběh, narození, počátek, původ, rod, vznik, zrod
καταγωγή στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abkunft, abstammung, entstehung, geburt, herkunft, quelle, ursprung
καταγωγή στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: blod, byrd, fødsel, herkomst, kilde, oprindelse, proveniens, udspring
καταγωγή στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: abolengo, alcurnia, cepa, derivación, descendencia, estirpe, fuente, linaje, manantial, minero, nacimiento, origen, principio, procedencia, raíz, sangre, tronco
καταγωγή στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: ascendance, descendance, filiation, genèse, naissance, origine, parage, provenance
καταγωγή στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: discendenza, nascita, origine, provenienza, stirpe
καταγωγή στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avstamning, byrd, fødsel, herkomst, opphav, oppkomme, oppkomst, proveniens
καταγωγή στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: источник, начало, происхождение
καταγωγή στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: avstämning, börd, härkomst, proveniens, ursprung
καταγωγή στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: произхождение
καταγωγή στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: päritolu, sünnipära
καταγωγή στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: alkuperä, synty
καταγωγή στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: izvor, početak, porijeklo
καταγωγή στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: eredet, származás, születés
καταγωγή στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: ištaka, kilmė, kraujas, pradžia
καταγωγή στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: estirpe, fluente, fonte, nascente, nascimento, origem, origens, principio, procedência, sangre, sangue
καταγωγή στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: pôvod
καταγωγή στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: начало
καταγωγή στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: pochodzenie
καταγωγή στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

καταγωγή των ελλήνων, καταγωγή τσίπρα, καταγωγή τούρκων, καταγωγή ονομάτων, καταγωγή των ειδών, καταγωγή στα αγγλικά, καταγωγή συνωνυμα, καταγωγή βλάχων, καταγωγή επιθέτου, καταγωγή φουρέιρα