lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: καταβροχθίζω

Λεξικό: αγγλικά καταβροχθίζω
Μεταφράσεις: absorb, assimilate, consume, devour, engross, engulf, guzzle, occlude, preoccupy, swallow, whelm, eat, gobble
καταβροχθίζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: absorbovat, hltat, konzumovat, pohlcovat, pohltit, polknout, polykat, požívat, prožrat, sežrat, sníst, spolknout, spolykat, spotřebovat, strávit, stravovat, sžírat, upoutat, vpít, vstřebávat, vyčerpat, zhltnout, zničit, žrát, jídlo, jíst, papat, rozežrat
καταβροχθίζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: absorbieren, beanspruchen, fressen, schlucken, verbrauchen, verschlingen, essen, speisen
καταβροχθίζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: absorbere, æde, spise
καταβροχθίζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: absorber, comerse, devorar, engullir, mamar, tragar, comer, manducar
καταβροχθίζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: absorber, avaler, consumer, dévorer, engloutir, engouffrer, friper, manger, bâfrer, repaître
καταβροχθίζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: assorbire, divorare, inghiottire, ingoiare, ingollare, struggere, trangugiare, mangiare
καταβροχθίζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: absorbere, sluka, sluke, svelge, ætta, etasje, ete, spise
καταβροχθίζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: глотать, поглощать, есть, жрать
καταβροχθίζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: absorbera, sluka, texta, äta
καταβροχθίζω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: absorboj, thith, ha, llup
καταβροχθίζω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: паглынаць, пажыраць, убіраць, упіваць, усмоктваць, есьцi
καταβροχθίζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ahmaista, hotkaista, imeä, niellä, syödä, ruokailla
καταβροχθίζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: obuzeti, pojesti, jesti
καταβροχθίζω στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: ryti, valgyti
καταβροχθίζω στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: absorver, chupar, devorar, engolir, tragar, comer
καταβροχθίζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: absorbovať
καταβροχθίζω στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: асимілювати, асимілюватися, безодня, всисати, засвоїти, засвойтеся, засвоювати, затока, зливати, зливатися, злийтеся, злити, злитися, їсти, ковтати, ковтнути, ковток, коліна, ластівка, пастка, поглинати, поглинути, поглиньте, поїсти, пола, прирівнювати, прирівняти, прірва, пучина, раунд, споживати, спожити, трап, уподібнювати, хлебтати, чахніть
καταβροχθίζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: pochłaniać, żreć
καταβροχθίζω στα πολωνική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: ям
καταβροχθίζω στα βουλγαρικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: jesti
καταβροχθίζω στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

καταβροχθίζω αγγλικά, καταβροχθίζω ετυμολογια, καταβροχθίζω συνωνυμα