lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κατάσταση

Λεξικό: αγγλικά κατάσταση
Μεταφράσεις: angle, attitude, case, circumstance, condition, footing, frontage, item, locality, location, locus, placement, plight, position, posture, site, situation, state, station, status, estate, illness, order, preservation, strength, circumstances, conjuncture, exception, juncture, occasion, scenario
κατάσταση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: držení, místo, naleziště, poloha, položení, poměry, postavení, postoj, póza, pozice, prostranství, situace, skupenství, stav, staveniště, umístění, kondice, okolnost, podmínka, poměr, předpoklad
κατάσταση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anordnung, lage, situation, staat, stand, standort, stellung, umstand, verfassung, zustand, bedingung, beschaffenheit, bestand, kondition, phase, statur, status, verfasser
κατάσταση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: forfatning, holdning, kår, provins, stat, staten, status, sted, stilling, tilstand, bestand, betingelse, forhold, stand, talje, beliggenhed
κατάσταση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: asiento, condición, estación, estado, exposición, orientación, paraje, posición, postura, situación, ubicación, circunstancia
κατάσταση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: assiette, condisciple, emplacement, état, exposition, gisement, imposition, pose, position, posture, remise, site, situation, condition, encaisse, inactivité, latence, non-activité, rarescence, roture
κατάσταση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: atteggiamento, circostanza, collocazione, posa, posizione, postazione, sito, situazione, ubicazione, condizione, rango, stato, caso
κατάσταση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: beliggenhet, forfatning, holdning, kår, situasjon, staten, status, sted, stilling, tilstand, beskaffenhet, bestand, betingelse, sinnstilstand, skikk, stand, talje
κατάσταση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: возложение, место, местоположение, положение, состояние, уложение, стан, штат, ситуация
κατάσταση στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: kår, läge, placering, situation, beskaffenhet, bestånd, förhållande, kondition, skick, ställning, stånd, status, talde, tillstånd, villkor
κατάσταση στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: gjendje, shtet
κατάσταση στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: месцазнаходжанне, стан, сітуацыя
κατάσταση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: asukoht, olek
κατάσταση στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: asema, asento, asianlaita, kanta, kohta, kunto, olo, tila, tilanne, valtio, ehto, sääty
κατάσταση στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: držanje, država, mjesto, položaj, situacija, smještaj, stanje
κατάσταση στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: elhelyezés, fekvés, helyzet, állapot, állomány, körülmény, körülmények
κατάσταση στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: padėtis, valstybė, vieta, būklė
κατάσταση στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: circunstancia, circunstância, cláusula, condição, desarreigo, estado, pararei, posição, postura, sítio, situação, estaciona, riqueza, condigno, contexto
κατάσταση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: atitudine, poziţie, situaţie, stare, stat
κατάσταση στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: брехня, викласти, випадок, виставляння, відправити, встановлений, градус, держава, державний, дисертація, дієздатність, діло, експозиція, застелити, затверджувати, затвердити, заявити, заявляти, знаходження, класти, констатувати, лежати, лягати, лягти, міра, місткість, місцевість, місцеположення, нагода, надходити, накривати, накрити, наставати, настати, оцінка, покладати, покласти, положення, положити, посада, посилати, пост, постелити, постійний, потужність, походження, походити, пошта, поштовий, прибувати, прибути, приїжджати, приїздити, приїхати, прийти, приходити, приходиться, рейтинг, розклеїти, розклеювати, розташування, ситуація, скриня, справа, стан, становище, статус, статут, стверджувати, стелити, стовп, стояння, ступінь, сформулювати, твердити, теза, формулювати, футляр, чохол, штат, щогла, великий, головний, завод, значити, з-стояння, інжир, капітал, капітальний, млин, молоти, означати, основний, підлий, постать, просо, речовина, середина, середній, столиця, столичний, субстанція, фабрика, фіга, фрезувати, контекст, контекстний, кут
κατάσταση στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: położenie, stan, sytuacja
κατάσταση στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: stav
κατάσταση στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

κατάσταση αποτελεσμάτων χρήσης, κατάσταση φορολογικής αναμόρφωσης, κατάσταση στοιχείων ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων, κατάσταση συνώνυμα, κατάσταση συμφωνητικών, κατάσταση υγείας σουμάχερ, κατάσταση πελατών προμηθευτών 2013, κατάσταση σουμάχερ, κατάσταση ταμειακών ροών, κατάσταση πελατών προμηθευτών 2014