lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κατάλοιπο

Λεξικό: αγγλικά κατάλοιπο
Μεταφράσεις: remainder, after-effect, dreg, hangover, leftover, relic, remnant, remnants, residue, residuum, survival, trace, vestige, change, rest, fag-end, oddment, stump
κατάλοιπο στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: ostatek, pozůstatek, zbytek, zůstatek, stopa, ostatní, přebytek
κατάλοιπο στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: fastnachtszeit, relikt, rest, rückstand, überrest, restbestand, restbetrag, überbleibsel
κατάλοιπο στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: rest, levning, slump, tilovers
κατάλοιπο στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: residuo, restante, resto, desecho, saldo, vestigio, resta, vuelta
κατάλοιπο στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: reste, débet, reliquat, résidu, solde, vestige, appoint, demeurant, rabiot, redû, restant, surplus, coupon, débris, rogaton
κατάλοιπο στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: avanzo, resto, rimanente, residuo, rimanenza, rimasuglio, vestigio, restante, detrito
κατάλοιπο στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: rest, levning, slump, igjen, overskudd, tilovers
κατάλοιπο στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: остаток, сдача
κατάλοιπο στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: астача, рэшткі
κατάλοιπο στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: jäänus, jääk
κατάλοιπο στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: jakojäännös, jäte, tähde, jäännös, ylijäämä, tynkä
κατάλοιπο στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: hátralék, maradék, vég, csapadék, egyenleg, lábnyom
κατάλοιπο στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: likutis
κατάλοιπο στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: resíduo, resta, restante, resto, entrega
κατάλοιπο στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: rest
κατάλοιπο στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: баланс, балансовий, відпочивати, відпочинок, відпочити, залишок, збалансованість, каблук, ознака, остача, остачу, перерва, решта, рештка, рештку, решту, сальдо, слід, статок, видача, відправлення, доставка, здавання, здача, поставка, постачання, поступливий, поступливість
κατάλοιπο στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: ostatek, pozostałość, reszta, resztka
κατάλοιπο στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: återstod, efterkänning, levning, relik, rest, slump, behållning, växel
κατάλοιπο στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: mbetje
κατάλοιπο στα αλβανικά »

Σχετικές λέξεις

κατάλοιπο εξουσίας, κατάλοιπο του solow, κατάλοιπο solow, κατάλοιπο english, κατάλοιπο συνώνυμο, κατάλοιπο στα αγγλικά