lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κατάλληλος

Λεξικό: αγγλικά κατάλληλος
Μεταφράσεις: advisable, appropriate, deliberate, expedient, intentional, pertinent, purposeful, purposive, special, useful, wilful, adequate, applicable, apposite, apt, become, befit, conformal, congenial, convenient, correct, corresponding, decorous, desirable, duct, eligible, enough, equal, fair, fit, good, homologous, opportune, relevant, right, seemly, suitable, suited, timely, appertain, apropos, beseeming, congruent, due, fitting, propos, seasonable, felicitous, incident, proper, way
κατάλληλος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: patřičný, platný, přiměřený, úmyslný, užitečný, vědomý, vhodný, záměrný, adekvátní, čistý, dobře, dobrý, hodný, laskavý, milý, náležitý, notný, obratný, odpovídající, oprávněný, pěkný, pořádný, poslušný, přesný, příslušný, řádný, slušný, souhlasný, spravedlivý, správný, trefný, uhlazený, včasný, velký, výhodný, zdravý, značný, zrovna, relevantní, shodný, účelný, pravda, pravý, vlastní
κατάλληλος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: angebracht, angemessen, gezielt, nützlich, rationell, sinnvoll, zweckmäßig, adäquat, bequem, entsprechend, entsprechenden, entsprechender, gebührend, geeignet, passend, recht, sachdienlich, sachgemäß, tauglich, zweckdienlich, zwecklos, gelegen, schicklich, eigen, eigentlich, einschlägig, genau, korrekt, rechts, richtig, zuständig, zutreffend
κατάλληλος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: nyttig, passende, behørig, dygtig, egentlig, egnet, fair, frisk, god, korrekt, ret, retfærdig, rigtig, sømmelig, tilbørlig, rimelig, egen
κατάλληλος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: adecuado, intencional, tempestivo, útil, acertado, acomodado, aparente, apropiado, calificado, competente, conveniente, correspondiente, decente, idóneo, nacido, oportuno, propio, expediente, pertinente, correcto, debido, decoroso, derecho
κατάλληλος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: adéquat, intentionnel, intentionnelle, opportun, utile, analogue, approprié, bon, compétent, congru, congruent, convenable, correspondant, juste, propre, relatif, assortissant, bienséant, expédient, pertinent, séant, sortable, décent, exact, mangoustanier, particulier, spécifique, topique, vrai
κατάλληλος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: adatto, giovevole, opportuno, proficuo, utile, adeguato, apposito, appropriato, bello, bravo, buono, competente, conveniente, corrispondente, decente, decoroso, doveroso, giusto, idoneo, relativo, tempestivo, convenevole, esatto, proprio, retto
κατάλληλος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avsiktlig, målbevisst, passende, adekvat, behørig, bra, egentlig, egnet, frisk, god, høvelig, motsvarende, passe, rettferdig, riktig, snill, sømmelig, tilbørlig, kledebon, rimelig, egen, korrekt, rett, rytt
κατάλληλος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: намеренный, благоприятный, малоподходящий, подходящий, соответственный, соответствующий, уместный, верный, правильный, присущ, присущий, свойствен, свойственный, уместен
κατάλληλος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: ändamålsenlig, avsiktlig, passande, tillgripa, adekvat, behörig, egentlig, läglig, lämplig, lämpad, skickad, rätt, riktig, tillbörlig
κατάλληλος στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: наўмысна, адпаведны, падыходзячы, прыдатны, дарэчны, слушны, уласцівы
κατάλληλος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: edullinen, hyödyllinen, tarkoituksellinen, käypä, kohtuullinen, pätevä, sopiva, vastaava, keino, oikea
κατάλληλος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: koristan, odgovarajući, primjeren, pristojan, ispravan, istinit
κατάλληλος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: célszerű, szándékos, hasonlító, helyénvaló, jó, kellő, megfelelő, találó, alkalmas, helyes, ildomos, pontos, tulajdonképpeni
κατάλληλος στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: adequado, intencional, profícuo, tempestivo, útil, vantajoso, acomodado, aconselhasse, competente, consonante, conveniente, decente, favorece, idóneo, indicado, oportuno, respectivo, apropriado, expediente, pertinente, acertado, certo, correcto, decoroso, desfecho, exacto, justo, preciso
κατάλληλος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: potrivit
κατάλληλος στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: навмисний, обдуманий, поінформований, рекомендовано, адекватний, бажаний, виправити, виправитися, виправляти, виправлятися, вирівнювати, вирівнюватися, вирівняти, вирівнятися, відповідний, відповідність, вірний, вірно, власний, властивий, гідний, достатній, збіжний, згідний, здатний, здібний, змішаний, зовсім, істинний, кваліфікований, класифікований, належний, направо, підходити, підходящий, підхожий, повністю, позитивний, порядний, правий, правильний, правильно, право, придатний, припадок, пристойний, прямий, прямо, споріднений, справедливий, справедливо, сприятливий, схильний, точний, узгоджений, доречний, плескати, поплескати, поплескування, вбудований, внутрішній, істотний, притаманний
κατάλληλος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: celowy, odpowiedni, stosowny, właściwy
κατάλληλος στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: adapt
κατάλληλος στα αλβανικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: võimekas, õige
κατάλληλος στα εσθονική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: верен, правилен
κατάλληλος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: teisingas, tikras, tikslus, tinkamas
κατάλληλος στα λιθουανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: desno
κατάλληλος στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: príslušný
κατάλληλος στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

κατάλληλος συνώνυμο, κατάλληλος αγγλικά, κατάλληλος καιρός για ψάρεμα, κατάλληλος σκύλος, κατάλληλος συντροφος, κατάλληλος άντρας, κατάλληλος γαλλικά, κατάλληλος σύζυγος, κατάλληλος translate