lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κασσίτερος

Λεξικό: αγγλικά κασσίτερος
Μεταφράσεις: griddle, latten, tin, pewter
κασσίτερος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: plech, cín
κασσίτερος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: blech, zinn
κασσίτερος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: blik, tin
κασσίτερος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: chapa, estaño, hojalata, lata, plancha
κασσίτερος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: fer-blanc, plaque, tôle, étain
κασσίτερος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: lamiera, lastra, latta, peltro, stagno
κασσίτερος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: tinn, tenn
κασσίτερος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: жесть, олово
κασσίτερος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bakplåt, bleck, tenn
κασσίτερος στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: tina
κασσίτερος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: pelti, tina
κασσίτερος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: kositar
κασσίτερος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: bádog, pléh, ón
κασσίτερος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: alavas
κασσίτερος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: estanho, lata
κασσίτερος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: олово
κασσίτερος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: blacha, cyna
κασσίτερος στα πολωνική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: калай
κασσίτερος στα βουλγαρικά »

Σχετικές λέξεις

κασσίτερος αγορά, κασσίτερος συνώνυμα, κασσίτερος ετυμολογία, κασσίτερος αγγλικά, κασσίτερος αλλιώς, κασσίτερος θεσσαλονίκη, κασσίτερος τιμη, κασσίτερος τι είναι, φθοριούχος κασσίτερος, sn κασσίτερος