lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: καρύκευμα

Λεξικό: αγγλικά καρύκευμα
Μεταφράσεις: additive, condiment, dressing, flavouring, seasoning, spice, zest
καρύκευμα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: kořenění, koření, okořenění, úprava
καρύκευμα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: gewürz, würze, zutat
καρύκευμα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: krydder, krydderi
καρύκευμα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aderezo, condimento, especia, salsa, sazón
καρύκευμα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: assaisonnement, condiment, épice, fourniture, poivrade, rocambole
καρύκευμα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: condimento
καρύκευμα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: krydder
καρύκευμα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: приправа, специя
καρύκευμα στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: прыправа, спецыя
καρύκευμα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: maitseaine
καρύκευμα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: höyste, mauste
καρύκευμα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: začin
καρύκευμα στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: fűszer, ízesítés
καρύκευμα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: prieskonis
καρύκευμα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: condimento, salsa
καρύκευμα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: браунінг, вдягання, витримування, приправа, спеція
καρύκευμα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: przyprawa
καρύκευμα στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

κάρυ καρύκευμα