lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: καρούμπαλο

Λεξικό: αγγλικά καρούμπαλο
Μεταφράσεις: bruise, bump, button, knob, knurl, lump, malignance, malignancy, tuber, tumour, bumping, chuckhole, pothole, pot-hole
καρούμπαλο στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: hrbol, hrudka, nádor, otok, tumor, vypouklina, vypuklina, výmol
καρούμπαλο στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: beule, bluterguss, buckel, geschwulst, höcker, knolle, knoten, schwellung, tumor, schlagloch
καρούμπαλο στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bule, kul, pukkel, svulst
καρούμπαλο στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: bollo, chichón, joroba, lupia, tumor, bache
καρούμπαλο στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: beigne, bosse, cabosse, ganglion, hématome, loupe, nodus, tumeur, enfonçure, flachę, fondrière, nid-de-poule
καρούμπαλο στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: ammaccatura, bernoccolo, botta, gobba, protuberanza, tumore
καρούμπαλο στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bule, knøl, kul, svulst, utvekst
καρούμπαλο στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: горб, желвак, опухоль, выбоина, ухаб, ухабина
καρούμπαλο στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bulla, knöl, kul, gupp
καρούμπαλο στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: тумор
καρούμπαλο στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: пухліна
καρούμπαλο στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: muhk
καρούμπαλο στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kasvain, kuhmu, kyhmy, kyttyrä
καρούμπαλο στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: csomó, daganat, dudor, tipli
καρούμπαλο στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: auglys, gumbas, kauburys, kupra
καρούμπαλο στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: corcova, corcunda, tumor
καρούμπαλο στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: nádor
καρούμπαλο στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: гуля, залозка, збільшення, зіткнення, зростання, опухання, піднесення, пухлина, пухлину, ріст, розбухати, розбухнути, розтягнення, сутичка, ударити, ударитися, штовхати, штовхнути
καρούμπαλο στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: guz, wybój
καρούμπαλο στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

καρούμπαλο στο κεφάλι, καρούμπαλο στο μέτωπο, καρούμπαλο μωρό, καρούμπαλο στο πόδι, καρούμπαλο στο λάστιχο, καρούμπαλο στο λαιμό, καρούμπαλο πίσω από το αυτί, καρούμπαλο στο γόνατο, καρούμπαλο πρώτες βοήθειες, καρούμπαλο στην πλατη