lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: καρδινάλιος

Λεξικό: αγγλικά καρδινάλιος
Μεταφράσεις: capital, cardinal, central, chief, exquisite, foremost, general, grand, high, highest, leading, main, mainstream, major, paramount, primal, primary, principal, salient, fundamental
καρδινάλιος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: celkový, čelný, centrální, důležitý, generál, generální, hlavní, jistina, kapitál, kardinální, podstatný, povšechný, přední, první, prvotní, střední, středový, ústředna, ústřední, valný, velkolepý, vojevůdce, všeobecný, základní, zásadní
καρδινάλιος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: allgemein, erstens, generell, grundlegend, hauptsächlich, kapital, primär, vordere, vorzüglich, wesentlich, zentral, zuerst, kardinal
καρδινάλιος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: almindelig, central, general, generel, kapital, primær, kardinal
καρδινάλιος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: capital, cardenal, cardinal, central, céntrico, general, mayúscula, pecado, primero, principal
καρδινάλιος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: capital, cardinal, centrage, central, essentiel, général, magistral, originaire, prééminent, premier, principal
καρδινάλιος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: basilare, capitale, cardinale, centrale, eminente, essenziale, generale, generico, maestro, precipuo, primario, primo, principale
καρδινάλιος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: general, generell, kapital, primær, prinsipiell, sentral, kardinal
καρδινάλιος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: ведущий, всеобщий, главный, капитал, основной, кардинальный, кардинал
καρδινάλιος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: primär, kardinal
καρδινάλιος στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: kryesor
καρδινάλιος στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: генерал
καρδινάλιος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kapital, kindral, üldine
καρδινάλιος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ensimmäinen, keskeinen, keskus, pääoma, yleinen
καρδινάλιος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: general, glavni, glavnica
καρδινάλιος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: fő, kéménytoldat, központi, legfőbb, remek, bíboros, sarkalatos
καρδινάλιος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: bendras, generolas, kapitalas, pagrindinis, visuotinis
καρδινάλιος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: básico, capital, cardinal, central, fundos, general, geral, maiúscula, principal
καρδινάλιος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: capital, central
καρδινάλιος στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: основний
καρδινάλιος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: główny, kardynalny, kardynał
καρδινάλιος στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: kardinál
καρδινάλιος στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

καρδινάλιος ρισελιέ, καρδινάλιος ουμβέρτος, καρδινάλιος βησσαρίων, καρδινάλιος ισίδωρος, καρδινάλιος γλυκό, καρδινάλιοσ μπεργκόλιο, καρδινάλιος μαζαρίνος, καρδινάλιος της αυστρίας, καρδινάλιος ράτσινγκερ, καρδινάλιος αργεντινής