lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: καρέκλα

Λεξικό: αγγλικά καρέκλα
Μεταφράσεις: armchair, chair, pew, seat
καρέκλα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: křeslo, lenoška, sedačka, sedadlo, sídlo, stolec, židle
καρέκλα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: lehnstuhl, stuhl
καρέκλα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: lænestol, stol
καρέκλα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: asiento, butaca, silla, sillón, sitio
καρέκλα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: chaise, fauteuil, siège, stalle
καρέκλα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: poltrona, sedere, sedia, sedile, seggio, seggiola
καρέκλα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: stol
καρέκλα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: кресло, стул
καρέκλα στα ρωσικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: kolltuk
καρέκλα στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: кресло, стол
καρέκλα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: крэсла, падстаўка, стул, я
καρέκλα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: eluvõõras, tool, tugitool
καρέκλα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: istuin, nojatuoli, tuoli
καρέκλα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: sjedalo
καρέκλα στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: karosszék, szék
καρέκλα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: fotelis, kėdė, krėslas
καρέκλα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: asmento, assento, cadeira, poltrona, sitio
καρέκλα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: scaun
καρέκλα στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: stol
καρέκλα στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: сидіння, стілець
καρέκλα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: krzesło
καρέκλα στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

καρέκλα γραφείου, καρέκλα γραφείου racer, καρέκλα γραφείου bucket, καρέκλα σκηνοθέτη, καρέκλα διευθυντική, καρέκλα επισκέπτη, καρέκλα θηλασμού, καρέκλα μασάζ, καρέκλα φαγητού, καρέκλα γραφείου pro 009