lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κανονίζω

Λεξικό: αγγλικά κανονίζω
Μεταφράσεις: adjust, control, modulate, regularize, regulate, settle, arrange, dispatch, negotiate
κανονίζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: napravit, regulovat, řídit, upravit, usměrňovat, uspořádat, zaplatit, pořádat, proplatit, sjednat, urovnat, zařídit, zařizovat, zprostředkovat
κανονίζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: regeln, richten, regulieren, abfertigen, abtun, besorgen, erledigen, handhaben, verrichten
κανονίζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: betale, justere, normere, reglers, regulere, ordne
κανονίζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: ajustar, arreglar, canalizar, reglamentar, regular, abonar, despachar
κανονίζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: régler, régulariser, arrange, arranger, expédier, procurer
κανονίζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: registrare, regolare, combinare, conciliare, ordinare, provvedere, sbrigare, sistemare
κανονίζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: betale, justere, normere, reglers, regulere, avgjøre, utligne, hand
κανονίζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: настраивать, регулировать, урегулировать, делать
κανονίζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: justera, normer, reglera, hand
κανονίζω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: рэгуляваць
κανονίζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: szabályozni, rendezni, intézni
κανονίζω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: ajustar, regular, regularizar, arrancar, arranjar, arregala, arrumar, despachar
κανονίζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вирішити, вирішувати, влаштовувати, влаштовуватися, влаштувати, врегулювати, градація, зменшити, зменшувати, керувати, керуйте, лагодити, луска, лущити, лущитися, масштаб, налагодити, оселити, оселитися, оселіться, оселяти, оселятися, підніматися, піднятися, погоджувати, погодити, поправити, поправляти, правити, пристосуйте, регулювати, регулюватися, розмір, стримайте, стримати, стримувати, ступінь, улагоджувати, улагодити, упорядковувати, упорядкувати, шкала
κανονίζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: regulować, uregulować, załatwiać
κανονίζω στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: usadiť
κανονίζω στα σλοβακική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: järjestää
κανονίζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: aranja
κανονίζω στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

κανονίζω συνώνυμα, κανονίζω αγγλικα, κανονίζω slang, κανονίζω ραντεβού