lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: καλώ

Λεξικό: αγγλικά καλώ
Μεταφράσεις: cite, sue, summon, appeal, invoke, assemble, convene, convoke
καλώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: obeslat, povolat, předvolat, přivolat, přivolávat, uvádět, uvést, zavolat, svolat, svolávat, vyzývat, vzývat, žádat
καλώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: klagen, vorladen, zitieren, auffordern, kommen, rufen, zusammenrufen
καλώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: citere, kalde, råbe
καλώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: citar, convocar, exhortar, invocar, llamar, reclamar
καλώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: ajourner, appeler, assigner, citer, convoquer, invoquer, réclamer
καλώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: chiamare, citare, invocare
καλώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: sitere, anmoda, anropa, fremkalle, innkalle, kalle, påkalle, rope, tilkalle, uoppfordra
καλώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: цитировать, взывать, вызвать, вызывать, призывать, скликать, созывать
καλώ στα ρωσικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kutsua, mainita, koota
καλώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: pozvati
καλώ στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: beidéz, hívni, idézni, összehív
καλώ στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: chamar, citar, intimar, mencionar, apelar, clamar, convocar, invocar, motivar, ocasionar, originar
καλώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: cita
καλώ στα ρουμανική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: pozywać, wzywać, zwoływać
καλώ στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: åkalla, anmoda, anropa, uppfordra, sammankalla
καλώ στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: вызываць, выклікаць, заклікаць, клікаць, запрашаць, ззываць, склікаць
καλώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вивести, виводити, видобувати, видобути, визивати, виклик, викликати, викличте, вимагати, висилати, вислати, висновувати, виявити, виявіть, виявляти, відкладати, відкласти, відкликання, відкликати, відправити, візит, включати, включити, включіть, волати, втягати, втягнути, генеруйте, гукати, гукнути, дзвінок, дзвонити, дратувати, закликати, закличте, запропонувати, запропонуйте, запрошувати, зателефонувати, зберіться, збуджувати, збудити, збудіть, звати, згадати, згадувати, зневажати, зневажити, надіслати, надсилати, назвати, називати, направити, направляти, негайний, нести, оклик, паж, переконати, переконувати, пересилати, переслати, підказати, підказка, підказувати, подзвонити, позвати, поклик, покликати, породжувати, породити, посилати, послати, пошліть, привезти, привести, приводити, привозити, пригадати, призвати, призивати, принесіть, принести, приносити, прислати, провокувати, провокуйте, проігнорувати, прокиньтеся, пропонувати, процитувати, рівно, розбуджувати, розбудити, роздратувати, скасовувати, скасувати, скликати, слати, спонукати, спричинити, спричиняти, спровокувати, створити, створіть, створювати, сторінка, схвилювати, телефонувати, терміновий, утворювати, хвилювати, цитувати, швидкий, визбирувати, збиратися, скликатися, скупчувати
καλώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: zvolať
καλώ στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

καλώ παραγωγα, καλώ ομορριζα, καλώ ετυμολογία, καλώ αρχικοί χρόνοι, καλώ κλήση, καλώ πνεύματα, καλώ συνώνυμα, καλώ σε μονομαχία στον καθολικό αρχιεπίσκοπο, καλώ ταξίδι, καλώ καλείς καλεί