lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: καλύπτω

Λεξικό: αγγλικά καλύπτω
Μεταφράσεις: bedclothes, cope, cover
καλύπτω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: deka, hradit, kryt, krytí, obal, pokrýt, pokrývat, překlenout, přikrýt, přikrývka, skrýt, úhrada, uhradit, ujet, ujít, zahalit, zaklopit, zakrýt, potáhnout, ukrýt, zastřít
καλύπτω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bedecken, bettdecke, decke, fußdecke, hülle, umschlag, decken, einhüllen, maskieren, verdecken, verhüllen, verschleiern, zudecken
καλύπτω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: dække, filt, låg, tæppe
καλύπτω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: cobertura, cubierta, cubrir, frazada, manta, tapa, cobijar, tapar
καλύπτω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: couverture, couvrir, cacher, encapuchonner, enchaperonner, masquer, occulter, recouvrir, voiler
καλύπτω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: coltre, coperta, copertina, coprire
καλύπτω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: filt, hølje, teppe
καλύπτω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: одеяло, прикрытие, закрывать
καλύπτω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: filt, hölje, lock, maskera
καλύπτω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: mbuloj
καλύπτω στα αλβανικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kate, kattaa, peite, peittää
καλύπτω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: pokriti
καλύπτω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: boríték
καλύπτω στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: antklodė
καλύπτω στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: coberta, cobertor, cobertura, cobrir, colcha, manta, revestir, tampa, tapa, acobertar, tapar
καλύπτω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: przykrycie, zakrywać
καλύπτω στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: закрываць, засланяць
καλύπτω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: близький, близько, відкладати, відкласти, відстрочити, відстрочувати, вхопити, завершення, закрити, закриття, закупорте, заплющувати, зачинити, зачиняти, клацання, кусати, обриватися, розійдіться, хапати
καλύπτω στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

καλύπτω στα αγγλικά, καλύπτω συνωνυμα, καλύπτω επιφάνειες, καλύπτω αρχικοί χρόνοι, καλύπτω τούρτα με ζαχαρόπαστα, καλύπτω κλιση, καλύπτω ανάγκες, καλύπτω αρχαία, καλύπτω τα νώτα μου, καλύπτω το κενό