lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: καλοήθης

Λεξικό: αγγλικά καλοήθης
Μεταφράσεις: benign, benignant, bland, clement, easeful, genial, gentile, gentle, gentlest, graceful, graded, kind, lenient, light, meek, mellow, mild, placid, smooth, smooth-tempered, soft, suave, tame
καλοήθης στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: benigní, jemný, lahodný, lehký, líbezný, měkký, mírný, něžný, povlovný, příjemný, shovívavý, slabý, sladký, tichý
καλοήθης στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: fromm, gutartig, harmlos, lau, leicht, mild, sacht, sanft, sanften, sanftmütig, weich, zahm
καλοήθης στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: blid, blød, from, godartet, len, lindring, lun, mild, sød
καλοήθης στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: apacible, benigno, blando, dócil, dulce, indulgente, manso, plácido, suave, templado, tenue
καλοήθης στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: béni, bénin, caressant, clément, doux, mou, placide, suave, tempéré, tendre, traitable
καλοήθης στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: benigno, blando, calmo, clemente, lieve, mansueto, mite, molle, morbido, pacifico, placido, soave, tenero, tenue
καλοήθης στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bli, blid, from, godartet, len, lindrig, lun, mild, mill, mjuk, myk, smul, søt
καλοήθης στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: добрый, кроткий, мягкий
καλοήθης στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: beskedlig, blid, from, godartad, len, lindrig, lugn, mild, mjuk, skonsam, smul
καλοήθης στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: мяккі
καλοήθης στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: leebe, õrn, pehme
καλοήθης στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hento, laimea, lauha, lauhkea, lempeä, löysä, makea, pehmeä, sävyisä, veltto
καλοήθης στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: mekan, sladak
καλοήθης στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: lágy, szelíd
καλοήθης στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: malonus, minkštas, švelnus
καλοήθης στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: anteriorizado, benigno, brando, delicado, doce, dúctil, fofo, indulgente, macio, manso, meigo, multe, plácido, plástico, sedoso, suave
καλοήθης στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: indulgent
καλοήθης στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: mehek
καλοήθης στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бавовняний, безвільний, ввічливий, великодушний, вид, видача, витікання, добрий, доброякісна, доброякісне, доброякісний, кашкоподібний, кульгавість, кульгати, лагідний, мелодичний, мелодійний, милосердний, милостивий, ніжний, піддатливий, поблажливий, поступливий, поступливість, привітний, прихильний, пропозиція, пухнастий, різновид, слабкий, сорт, співчутливий, сприятливий, тендітний, тип, шкутильгати, шовковий
καλοήθης στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: łagodny
καλοήθης στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

καλοήθης παροξυσμικός ίλιγγος θέσης, καλοήθης στενώσεις του χοληδόχου πόρου, καλοήθης όγκος στο κεφάλι, καλοήθης όγκος στον πνεύμονα, καλοήθης προστατική υπερπλασία, καλοήθης παιδική επιληψία, καλοήθης ίλιγγος θέσεως, καλοήθης υπερπλασία προστάτη συμπτωματα, καλοήθης όγκος, καλοήθης υπερπλασία προστάτη