lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: καλλιεργώ

Λεξικό: αγγλικά καλλιεργώ
Μεταφράσεις: breed, cultivate, grow, keep, raise, rear, addict, exercise, garden, pursue, till
καλλιεργώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: budovat, chovat, kultivovat, obdělat, obdělávat, pěstovat, povýšit, povznést, pozdvihnout, pozvednout, vybudovat, vychovat, vychovávat, vypěstovat, vystavět, vzdělávat, vztyčit, zdvihnout, zvedat, zvednout, hnát, narůstat, provádět, růst, vyrůstat
καλλιεργώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anbauen, aufziehen, erziehen, heben, hecken, steigern, züchten, kultivieren, angebaut, bauen, bearbeiten, bebauen, betreiben, treiben
καλλιεργώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: avle, dyrke, løfte, opdrage, kultivere, vokse
καλλιεργώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: beneficiar, criar, cultivar, labrar
καλλιεργώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: cultiver, éduquer, élever, faire, pousser
καλλιεργώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: allevare, aumentare, coltivare, educare, elevare, ergere, innalzare, sollevare, crescere, praticare
καλλιεργώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: dyrke, odla, bruka, idka, kultivere, vokse
καλλιεργώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: возделывать, выращивать, отращивать, культивировать, занимать
καλλιεργώ στα ρωσικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: ngre, lëroj
καλλιεργώ στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: абрабiць, выгадоўваць, гадаваць, вырошчваць, урабляць, штурхаць
καλλιεργώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: harima
καλλιεργώ στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: korottaa, nostaa, pystyttää, viljellä, kasvaa, kasvattaa
καλλιεργώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: költés, nevelni
καλλιεργώ στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: amanhar, beneficiar, criar, cultivar, educar, elevar, melhorar, suspender
καλλιεργώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: виростати, вирости, виростити, виростіть, вирощувати, виховати, виховувати, годувальниця, задній, медсестра, нянька, няньчити, обробляти, рости, ростити, тил, культивувати, обробити, обробіть
καλλιεργώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: hodować, kultywować, uprawiać
καλλιεργώ στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: odla, bruka, idka
καλλιεργώ στα σουηδικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: rasti
καλλιεργώ στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

καλλιεργώ συνώνυμα, καλλιεργώ πατάτες, καλλιεργώ μανιτάρια πλευρώτους στο σπίτι, καλλιεργώ καρότα, καλλιεργώ φράουλες, καλλιεργώ σπανάκι, καλλιεργώ αγγούρια, καλλιεργώ ντομάτες, καλλιεργώ φασολάκια, καλλιεργώ μαρούλια