lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: καθυστέρηση

Λεξικό: αγγλικά καθυστέρηση
Μεταφράσεις: delay, de­lay, impede, lag, retard, delays, latency, retardation, arrear, arrears, backlog, procrastination, reprieve, respire, suspension
καθυστέρηση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: meškat, odložit, opoždění, otálet, prodlení, retardovat, zaostávat, zdržení, zdržet, retardace, nedoplatek, resty, lhůta, oddech, odklad, průtah
καθυστέρηση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: verspäten, verzögern, verzug, rückstand, aufschub, verzögerung, verzückung
καθυστέρηση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: forhale, forsinke, forsinkelse, hefte, hindre, sinke, udsætte, opholde, restance, anstand, frist
καθυστέρηση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: atrasar, atraso, demorar, retardar, retrasar, demora, dilación, retraso, tardanza, indulto
καθυστέρηση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: arriérer, attarder, différer, retarder, retard, retardation, retardement, arriéré, débet, allongement, délai, déport, remise, répit
καθυστέρηση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: dilatare, posticipare, ritardare, ritardo, tardare, arretrato, pendenza, dilazione
καθυστέρηση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: forhale, forsinke, forsinkelse, hefte, hindre, oppholde, sinke, trenere, restanse, anstand, frist, oppholt, rabatt
καθυστέρηση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: задерживать, задержка, замедление, запоздалость, опоздание, отсрочка, недоимка, заминка, промедление
καθυστέρηση στα ρωσικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: vonoj
καθυστέρηση στα αλβανικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hidastelu, lykätä, pidättää, viivästys, viivyttää, viivytys, lykkäys
καθυστέρηση στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: késlekedik, késleltet, késleltetés, késedelem, késés, lemaradás, haladék, halogatás
καθυστέρηση στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: adiar, atrasar, atraso, demorar, retardar, demora, abatimento, demencial, desconto, dilacero, indulto
καθυστέρηση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: zamuda
καθυστέρηση στα σλοβενική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: opóźniać, opóźnienie, zaległość, zwłoka
καθυστέρηση στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: restanse, andrum, anstånd, avtagande, dröjsmål, frist, rabatt, uppskov
καθυστέρηση στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: адтэрміноўка, адцяжка, зацягванне, зацяжка, прамаруджанне, прамаруджванне
καθυστέρηση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: відкладання, відстрочення, відстрочка, гаяння, закон, зволікання, перерва, пільговий, поширення, право, продовження, пролонгація, протяг, розширення
καθυστέρηση στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

καθυστέρηση περιοδου, καθυστέρηση στην περίοδο, καθυστέρηση συνώνυμα, καθυστέρηση ομιλίας, καθυστέρηση περιόδου λόγω άγχους, καθυστέρηση περιόδου λόγω αντιβίωσης, καθυστέρηση περιόδου 2 μερες, καθυστέρηση περιόδου 5 ημέρες, καθυστέρηση και αρνητικό τεστ εγκυμοσύνης, καθυστέρηση κατά τον εκτελωνισμό