lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: καθορίζω

Λεξικό: αγγλικά καθορίζω
Μεταφράσεις: instantiate, jell, reify, specify, pinpoint, precise, qualify, detail, itemize
καθορίζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: upřesnit, určit, zpřesnit, specifikovat
καθορίζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: konkretisieren, präzisieren, angeben, detaillieren, spezifizieren
καθορίζω στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: especificar, precisar, definir, detallar, enumerar, pormenorizar
καθορίζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: concrétiser, préciser, spécifier, articuler, détailler, deviser, énumérer, spécialiser
καθορίζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: concretizzare, precisare, dettagliare, specificare
καθορίζω στα ιταλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: конкретизировать, уточнять, уточнить, перечислять, перечислить
καθορίζω στα ρωσικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: täpsustama
καθορίζω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: määritellä, täsmentää
καθορίζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: especificar, detalhar, pormenorizar
καθορίζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: konkretyzować, precyzować, sprecyzować, uściślać, wyszczególniać, wyszczególnić
καθορίζω στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: exakt, precisera, specificera
καθορίζω στα σουηδικά »

Σχετικές λέξεις

καθορίζω συνώνυμα, καθορίζω ετυμολογία, καθορίζω στα αγγλικά, καθορίζω english, καθορίζουν μετάφραση αγγλικά, καθορίζουν μετάφραση, καθορίζω translation, καθορίζω στα γαλλικά