lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: καθαρός

Λεξικό: αγγλικά καθαρός
Μεταφράσεις: absolute, bare, blank, chaste, clean, clearer, fine, limpid, natty, neat, net, orderly, pure, purge, sanitary, sheer, snowy, solid, spick, spotless, spotlessly, straight, tidied, tidy, unalloyed, virginal
καθαρός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: čistý, cudný, holý, jasný, nefalšovaný, netto, obnažený, pravý, průsvitný, průzračný, ryzí
καθαρός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: akkurat, bloß, deutlich, frisch, gediegen, genau, hell, keusch, klar, lauter, nett, pur, rein, reinlich, reproduzierbar, sauber, säuberlich, schier, züchtig
καθαρός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: absolut, ærbar, blank, klar, kysk, lødig, lys, nøgen, proper, pur, ram, ren
καθαρός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aseado, calvo, cándido, casto, claro, curioso, fino, límpido, limpio, lúcido, mero, mondo, neto, nítido, pulcro, puro, seco, terso, virginal
καθαρός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: chaste, clair, dénudé, éthéré, lampant, monde, net, propre, puceau, pur, sec, vierge
καθαρός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: casto, chiaro, limpido, lindo, mero, netto, pulito, puro, terso
καθαρός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: ærbar, blank, ekte, glassklar, klar, kysk, lødig, lys, proper, pur, ram, ren
καθαρός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: аккуратный, голый, девственный, опрятный, прозрачный, целомудренный, чист, чистый, ясный
καθαρός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: ärbar, glassklar, klar, kysk, lödig, proper, pur, ram, ren, renlig, snygg
καθαρός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: чисты, чысты, ясни
καθαρός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: paljas, tühi, vooruslik
καθαρός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: alaston, havainnollinen, kirkas, läpinäkyvä, netto, puhdas, selvä, siisti, siveä
καθαρός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: čist, goli
καθαρός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: csupasz, tiszta
καθαρός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: aiškus, nuogas, plikas, švarus, tyras
καθαρός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: absoluto, calvo, caseado, castiço, casto, continente, curioso, despido, fino, límpido, limpo, líquido, lúcido, mero, mondo, neto, nítido, nu, puro, seco, suevas, virginal
καθαρός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: curat
καθαρός στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: абсолютний, акуратний, бездоганний, білявий, воловий, гарний, живий, живіть, жити, значний, мешкати, натуральний, неабиякий, невинний, ненаписаний, непоганий, нефальсифікований, охайний, повнісінький, пожити, прекрасний, приємний, проживати, простий, прямий, русявий, світлий, спокусіть, справедливий, справжній, справжнісінький, спритний, старовинний, суворий, цілковитий, цнотливий, чепурний, чесний, чималий, чистий, чіткий, явний, ярмарок, ясний
καθαρός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: czysty
καθαρός στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

καθαρός μισθός, καθαρός βασικός μισθός 2014, καθαρός συνώνυμα, καθαρός μισθός 2013, καθαρός ουρανός αστραπές δε φοβάται, καθαρός συνώνυμο, καθαρός κύκλος εργασιών, καθαρός και μικτός μισθός, καθαρός ουρανός αστραπές δεν φοβάται