lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: καθαρίζω

Λεξικό: αγγλικά καθαρίζω
Μεταφράσεις: brush, clean, cleaned, cleanse, debug, dust, geld, purge, purify, rub, scour, shine, tidy, trim, absolve, clarify, pure, clear
καθαρίζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: cídit, čistit, drhnout, leštit, mýt, naleštit, očistit, ospravedlnit, ozdobit, prát, přichystat, rafinovat, smýčit, uklidit, uklízet, vyčistit, vydrhnout, vyleštit, zdobit, pročistit, sklidit, vyklidit
καθαρίζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: putzen, reinemachen, reinigen, säubern, gereinigt, gesäubert, säubere, abräumen, aufgeräumt, aufräumen, wegräumen
καθαρίζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bone, ren, rense, rydde
καθαρίζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: acicalar, acrisolar, apurar, cepillar, depurar, limpiar, pulir, purgar, mondar, purificar
καθαρίζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: affiner, astiquer, blanchir, curer, débourber, dépurer, draguer, écurer, fourbir, monder, nettoyer, récurer, trier, vanner, vidanger, apurer, déblayer, décaper, décrasser, déféquer, dégorger, der, épinceter, éplucher, épucer, épurer, purger, purifier, rectifier, moissonner, récolte, récolter, recueillir
καθαρίζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: detergere, forbire, lustrare, mondare, nettare, pulire, pulita, ripulire, spazzolare
καθαρίζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bone, notlott, pusse, ren, rengjøre, rensa, rense, rydde, rykta, avklare, ordne
καθαρίζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: слабить, чистить, обчистить, очистить, почистить, расчистить, прибирать, убирать
καθαρίζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bone, nitlott, ren, rengöra, rensa, rykta, uttryckslös, rena, rentvå, ryade, städa
καθαρίζω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: ваксаваць, шараваць
καθαρίζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kuurata, perata, puhdistaa, siistiä, siivota, kirkastaa
καθαρίζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: tisztítani, csinálni, rendet, takarítani
καθαρίζω στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: valyti
καθαρίζω στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: apurar, assear, depurar, escamar, limpar, mondar, purgar, purificar
καθαρίζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вбрання, вдягатися, вдягнутися, вибирати, вибір, вибрати, визбирувати, випалити, випалювати, відполірувати, відшліфувати, градація, збирати, зібрати, зірвати, луска, масштаб, набирати, набрати, начистити, обпалити, обпалювати, обсмалювати, обсмолити, одяг, одягати, одягатися, одягнути, очистити, очищати, підбирати, підібрати, підніматися, піднятися, плаття, полірувати, польський, поросль, приберіть, прибиратися, розмір, символ, скоротити, скорочувати, скупчувати, ступінь, сукня, терти, чагарник, чистите, чистити, шкала, шліфувати
καθαρίζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: czyścić, oczyścić, sprzątać
καθαρίζω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

καθαρίζω συνώνυμα, καθαρίζω ονειροκρίτης, καθαρίζω το σπίτι, καθαρίζω για τη γυναίκα μου 1987, καθαρίζω μπουριά σόμπας, καθαρίζω καμινάδα από κάπνα, καθαρίζω το φούρνο, καθαρίζω για τη γυναίκα μου, καθαρίζω το σίδερο, καθαρίζω σπανάκι