lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: καθήκον

Λεξικό: αγγλικά καθήκον
Μεταφράσεις: arrear, debt, duty, indebtedness, repay, charge, chore, civic, clear, obligation, office, onus, responsibility, assignment, demand, exercise, function, homework, infliction, job, mandate, naming, object, problem, requirement, task, claim, request, requisition
καθήκον στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dluh, poplatek, povinnost, dluhopis, funkce, kancelář, náboj, nálož, obligace, pomoc, služba, úkol, úřad, útok, vsázka, zátěž, závazek, cíl, objekt, poslání, pověření, práce, problém, úloha, dotaz, nárok, poptávka, požádat, požadavek, požadování, požadovat, přání, reklamace, rekvizice, stížnost, vymáhání, vymáhat, vyžadovat, žádost
καθήκον στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: geldschuld, pflicht, schuld, amt, arbeit, aufgabe, büro, dienst, gebühr, ladung, schuldigkeit, verpflichtung, obliegenheit, auftrag, problem, schwierigkeit, soll, anfordern, anforderung, anfrage, anspruch, bedarf, bitte, erfordernis, forderung, nachfrage, postulat, verlangen
καθήκον στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: gæld, gjald, skyld, ansvar, embede, kontor, læs, opgave, pligt, formål, hensigt, mål, problem, sak, anmodning, attrå, efterspørgsel, fordre, fordring, krav, ønske
καθήκον στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: adeudo, deber, débito, deuda, agencia, carga, cargo, compromiso, faena, gravamen, obligación, oficina, oficio, responsabilidad, cuestión, ejercicio, problema, quehacer, tarea, demanda, exigencia, exigir, instancia, petición, reclamación, requisito, solicitud
καθήκον στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: dette, devoir, redevance, charge, obligation, office, entreprise, mission, objectif, problème, tâche, demande, exigence, exiger, postulation, prétention, réclamation, réquisition
καθήκον στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: debito, dovere, pendenza, aggravio, carica, compito, impiego, obbligo, uffizio, funzione, incarico, incombenza, mansione, missione, obiettivo, oggettivo, problema, quesito, traguardo, domanda, esigenza, esigere, istanza, necessitare, pretesa, requisito, richiesta
καθήκον στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: gjeld, skyld, ansvar, forpliktelse, gjøremål, kontor, oppgave, plikt, skyldighet, verneplikt, formål, mål, oppdrag, sak, vanskelighet, attrå, begjær, beslagleggelse, bønn, etterspørsel, fordring, forutsetning, krav, ønske, rekvisisjon
καθήκον στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: долг, обязанность, бюро, контора, обязательство, повинность, задавание, задание, задача, востребование, предпосылка, просьба, требование
καθήκον στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: fordran, skyld, åliggande, plikt, skyldighet, uppgift, sak, uppdrag, anfordran, anmodan, avfordran, fordring, krav, yrkande
καθήκον στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: borxh, detyrë, shërbim, zyrë, punë, kërkesë
καθήκον στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: дълг, проблема, работа, нужда
καθήκον στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: абавязак, доўг, заданне, задача, патрабаванне, трэбаванне
καθήκον στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: võlg, büroo, kohustus, nõudlus, nõudma
καθήκον στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: velka, velvollisuus, konttori, lasti, lataus, tehtävä, toimisto, virasto, virka, kysymys, ongelma, pulma, anomus, kysyntä, vaatia, vaatimus
καθήκον στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: dug, dužnost, ured, problem, zadatak, zahtjev
καθήκον στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: adósság, tartozás, kötelesség, adó, feladat, probléma, rendeltetés, tárgy, vállalkozás, igénybevétel, kereslet
καθήκον στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: skola, krūvis, uždavinys, paklausa, prašymas, reikalavimas
καθήκον στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: dever, dívida, carga, cargo, emprego, escritório, funciona, obrigação, oficina, oficio, ofício, deter, obrigais, cometido, empreitada, emprestada, falena, missiva, problema, tarefa, demanda, exigir, instancia, pedido, postular, procura, reclamar, requisito
καθήκον στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: datorie, sarcină
καθήκον στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: dolg, naloga, zahteva
καθήκον στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: dlh, daň, úloha, dotaz
καθήκον στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: борг, бюро, вартування, відомство, відповідальність, заборгованість, збір, контора, кредит, кредитний, кредитувати, мито, наряд, осудність, офіс, підлягання, посада, чергування, бізнес, бізнесовий, діло, діловий, заряд, кабінет, справа, ворота, гол, завдання, задача, мета, мішень, передача, питання, праця, призначення, прицільна, прицільний, проблема, робота, ціль, вимагання, вимога, вимогу, відмовка, заявка, мусити, мусить, необхідність, обман, повинен, повинний, позов, претензія, привід, рекламація
καθήκον στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dług, obowiązek, powinność, zadanie
καθήκον στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

καθήκον συνώνυμα, καθήκον αντώνυμο, καθήκον ετυμολογία, καθήκον ορισμός, καθήκον αληθείας, καθηκον συνώνυμο, καθήκον λεξικό, καθήκον english, καθήκον εχεμύθειας, καθήκον σημασία