lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: καίω

Λεξικό: αγγλικά καίω
Μεταφράσεις: blaze, burn, fire, heat, reek, scorch, smoke, brew, infuse, nettle, pair, scald, singe, flame, glow, incinerate, shrivel, parboil
καίω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: čadit, čmoudit, čoudit, dýmat, hořet, kouřit, opálit, ožehnout, pálit, planout, popálení, popálenina, pražit, propálit, sežehnout, smažit, spálení, spálenina, spálit, spalovat, udit, vypalovat, vyudit, zapálit, zářit, opařit, pařit, vypařit, flambovat, plápolat, zpopelnit
καίω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abbrennen, brennen, feuern, qualmen, rauchen, rösten, verbrennen, brühen, leuchten, verbrühen
καίω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: brænde, brandsår, bregne, ryge, svi, flamme, lue
καίω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: abrasar, abrasarse, arder, asar, cocer, encender, escocer, fumar, humear, incendiarse, picar, quemadura, quemar, quemarse, tostar, escaldar, agarrar, pegar, flamear, calcinar, incinerar
καίω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: brouir, brûler, brûlure, crémer, flamber, fumer, rôtir, torréfier, bouquiner, échauder, infuser, incinérer, ébouillanter
καίω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: ardere, bruciare, bruciatura, fumare, scottare, ustione, accoppiare, incenerire
καίω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: brænna, brannsår, brenne, hetta, røyke, røyking, ryke, svi, flamma, flamme, lue, forbrenne
καίω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: вытапливать, гореть, жечь, курить, сжигать, топить, обжигать, ошпаривать, парить, случать, шпарить, пригореть, прижечь, прикурить, полыхать, пылать, испепелять, обварить, обжечь, ожечь, ошпарить, случить
καίω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: blossa, bränna, brinna, hetta, röka, flamma, luke, förbränna
καίω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: djeg
καίω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: гнаць, курыць, гарэць, палаць, палымнець, пячы, чырванець, шугаць, спальваць
καίω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: höyrytä, kärventää, paahtaa, palaa, palohaava, polttaa, savuta, tupakoida
καίω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: pušiti
καίω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: cigarettázik, cigizik, dohányzik, égés, éget, égetni
καίω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: abrasar, arder, fumar, humor, picar, queimadura, queimar, escaldar, incinerar, queimasse
καίω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: arde
καίω στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: kaditi
καίω στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: horieť
καίω στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: висушіть, горіти, дезинфікуйте, згоріти, курити, кусати, кусатися, опік, палити, підпалити, спалювати, укус, укусити, засмажити, палати, підпалювати, смажити, смажтеся, спалити
καίω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: palić, parzyć, przypalić, płonąć, spalać, sparzyć
καίω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

καίω καμμένος, καίω conjugation, καίω λίπος, καίω φλάντζα, καίω συνώνυμα, καίω - βανέσσα αδαμοπούλου στιχοι, καίω ονειροκρίτης, καίω φασκόμηλο, καλω κλίση