lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κίνδυνος

Λεξικό: αγγλικά κίνδυνος
Μεταφράσεις: danger, distress, hazard, jeopardy, peril, pitfall, risk, gamble, venture
κίνδυνος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: náhoda, nebezpečí, riziko, tíseň, úzkost, štěstí
κίνδυνος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: gefahr, risiko, wagnis
κίνδυνος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fare, risiko, tilfælde
κίνδυνος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: derrumbadero, peligro, riesgo, despeñadero
κίνδυνος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: danger, détresse, hasard, péril, risque, aléa
κίνδυνος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: pericolo, repentaglio, rischio, sbaraglio, azzardo
κίνδυνος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: fara, fare, risiko, risk, våda
κίνδυνος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: бедствие, небезопасность, опасность, риск
κίνδυνος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: äventyr, fara, risk, våda
κίνδυνος στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: rrezik
κίνδυνος στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: апаснасць, небяспека, не, рызыка
κίνδυνος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: hädaoht, mure, oht
κίνδυνος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hätä, merihätä, uhka, vaara
κίνδυνος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: opasnost, pogibelj, rizik
κίνδυνος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kockázat
κίνδυνος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: grėsmė, pavojus, rizika
κίνδυνος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: pelito, perigo, risco
κίνδυνος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: nevarnost
κίνδυνος στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: nebezpečenstvo, riziko
κίνδυνος στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: гравітація, лев, небезпека, небезпеку, небезпечність, погроза, тяжкість, авантюра, ризик, риск
κίνδυνος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: niebezpieczeństwo, ryzyko
κίνδυνος στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

κίνδυνος συνώνυμα, κίνδυνος αγοράς, κίνδυνος επιτοκίου, κίνδυνος να κοπεί το κάτω παρτάλι, κίνδυνος αποβολής, κίνδυνος χώρας, κίνδυνος φτώχειας, κίνδυνος δηλητηρίασης από τις αμπούλες του ηλεκτρονικού τσιγάρου, κίνδυνος ονειροκρίτης, κίνδυνος ρευστότητας