lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κέρδος

Λεξικό: αγγλικά κέρδος
Μεταφράσεις: benefice, earning, income, proceeds, profit, return, revenue, taking, yield, advancing, advantage, avail, behalf, benefit, employ, expedience, expediency, gain, good, service, stead, use, booty, increment, interest, lucre
κέρδος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: důchod, hlášení, příjem, prospěch, užitek, výdělek, výkaz, výnos, zisk, zpráva, použít, používat, přednost, převaha, upotřebit, užít, výhoda, využít, využívat, zájem
κέρδος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: einkommen, einnahme, erlös, ertrag, gewinn, verdienst, interesse, nutzen, vorteil, ausbeute, plus, profit
κέρδος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fortjeneste, indkomst, indtægt, benytte, bruge, fordel, fortrin, gevinst, nytte, vinding
κέρδος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: beneficio, ganancia, ingreso, lucro, producción, producto, rendimiento, renta, emplear, fruta, ganar, interés, logro, pro, provecho, usar, utilizar, ventaja, zumo, rédito
κέρδος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: bénéfice, mensę, produit, rapport, recette, rente, rentrée, revenant-bon, revenu, avantage, émolument, gain, intérêt, lucre, profit, utiliser, bénef, boni, fruit
κέρδος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: beneficio, entrata, gettito, incasso, prodotto, profitto, provento, reddito, rendita, utile, adoperare, convenienza, favore, giovamento, guadagno, tornaconto, usare, uso, utilizzare, vantaggio, frutto, lucro, ricavato, ricavo
κέρδος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avkastning, fortjeneste, innkomst, inntekt, utkomme, avanse, benytte, bruke, fordel, fortrinn, gagn, gevinst, nytta, nytte, profitt, utbyte, utbytte, vinning, vinst
κέρδος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: доход, прибыль, приход, выгода, выигрыш, использовать, корысть, польза, преимущество, барыш
κέρδος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: avkastning, inkomst, användande, avanser, båtnad, behållning, förmån, fortrinn, gagn, nytta, profit, utbyte, utnyttjande, vinning, vinst, utbytte
κέρδος στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: fitim, dobi
κέρδος στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: доход, печалба, приход
κέρδος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: даход, прыбаўленне, прырост, выгада, карысць
κέρδος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: sissetulek, sissetulekud, eelis, kasutama
κέρδος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ansio, hyöty, tulo, tuotto, voitto, edullisuus, etu, etuus, käytellä, käyttää
κέρδος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: dohodak, prihod, dobit, dobitak, interes, profit
κέρδος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: jövedelem, előny, haszon, nyereség, profit, termés
κέρδος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: pajamos, pelnas, nauda, naudoti
κέρδος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: beneficio, ganância, lucro, provento, receita, renda, render, rendimento, benefício, empregar, ganho, logro, lucrar, proveito, usar, utilizar, vantagem, ventara, ganhar, rédito
κέρδος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: beneficiu, întoarcere, profit, avantaj, folos
κέρδος στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: ввезення, відсоток, дохід, доход, користь, послуга, прибутки, прибуток, приріст, процентний, вигода, зиск, зручність, рахунок
κέρδος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dochód, korzyść, zysk
κέρδος στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: prospech, zisk
κέρδος στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

κέρδος εφημερίδα, κέρδος ορισμός, κέρδος από ιστοσελίδα, κέρδος κεραίας, κέρδος εκδοτική, κέρδος επί πτωμάτων, κέρδος στο internet, κέρδος κάθε εβδομάδα