lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κέικ

Λεξικό: αγγλικά κέικ
Μεταφράσεις: biscuit, cake, pastry, tart, dough, paste, pie, crumpet, fruitcake, fruit-cake, pancake, seedcake, seed-cake
κέικ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dort, keks, koláč, moučník, sušenka, pasta, těsto, placka
κέικ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: biskuit, gebäck, keks, kuchen, plätzchen, paste, teiche, teig
κέικ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: biskuit, dope, kage, kalke, kiks, dej, sået
κέικ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: bizcocho, dulce, galleta, pastel, pastelería, amasijo, masa, pasta, tarta, torta
κέικ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: biscuit, gâteau, pâtisserie, pâte, pâtisser, tarte, galette
κέικ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: biscotto, dolce, pasta, torta, focaccia
κέικ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: dopp, kaka, kake, kjeks, butterdeig, deg, deig, eplekake, sået, terte, pai
κέικ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: пирожное, торт, тесто, лепешка, лепёшка, пирог
κέικ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bakelse, dopp, kaka, krake, deg, smet, paj, plätt
κέικ στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: пірожнае, цеста, пірог
κέικ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: biskviit, pasta, tainas
κέικ στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kakku, keksi, leivos, tahna, taikina, torttu
κέικ στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: kolač, torta
κέικ στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: húspogácsa, kétszersült, sült, sütemény, tészta, torta, zablepény, lángos, lepény
κέικ στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: biskvitas, keksas, pyragaitis, pyragas, sausainis, pasta, paštetas, tešla
κέικ στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: biscoito, bolo, pastel, massa, pasta, torta
κέικ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: biscuit
κέικ στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: torta, testo
κέικ στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: кекс, тістечко, торт, вставити, вставку, клей, наклеїти, наклеювати, наліпити, наліплювати, пастила, склеїти, склеювати, тісто, пиріг, терпкий
κέικ στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: ciastko, ciasto, placek
κέικ στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: brumë
κέικ στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: паста, тесто
κέικ στα βουλγαρικά »

Σχετικές λέξεις

κέικ σοκολάτας, κέικ πορτοκάλι, κέικ λεμόνι, κέικ καρότου, κέικ με γιαούρτι, κέικ μήλου, κέικ με λάδι, κέικ πορτοκαλιού, κέικ χωρίς αυγά, κέικ νηστίσιμο