lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κάτοχος

Λεξικό: αγγλικά κάτοχος
Μεταφράσεις: bearer, holder, occupant, occupier, owner, possessor, proprietor, freeholder, homeowner, householder, landlord, liveryman, master, resident
κάτοχος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: doručitel, držitel, majitel, nosič, nositel, vlastník, majitelka
κάτοχος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: besitzer, effektenbesitzer, inhaber, träger, eigentum, eigentümer
κάτοχος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bærer, indehaver, ejer, vært
κάτοχος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: portador, poseedor, titular, amo, dueľo, dueña, dueño, huésped, propietario, señor
κάτοχος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: copossesseur, détenteur, obligataire, porteur, possesseur, titulaire, académiste, ayant-compte, cafetier, changeur, garagiste, gargotier, hôte, propriétaire, raffineur, stockiste
κάτοχος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: portatore, titolare, vettore, padrone, proprietario
κάτοχος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bærer, eier, innehaver, ihendehaver, vert
κάτοχος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: владелец, держатель, носильщик, обладатель, содержатель, арендодатель, властитель, домовладелец, собственник
κάτοχος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: ägare, innehaver
κάτοχος στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: владелец
κάτοχος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: гаспадар, уладальнік, уласнік
κάτοχος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: esittäjä, haltija, omistaja, tuoja, isäntä
κάτοχος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: nosač, vlasnik
κάτοχος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: birtokos, háziúr, háztulajdonos, tulajdonos
κάτοχος στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: capitalista, portador, titular, amo, dono, proprietário
κάτοχος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: адаптер, власник, володар, володілець, воротар, держатель, ділок, опора, орендар, тримач, утримувач
κάτοχος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: posiadacz, właściciel
κάτοχος στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: pronar
κάτοχος στα αλβανικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: savininkas
κάτοχος στα λιθουανική »

Σχετικές λέξεις

κάτοχος άδειας εργασίας για προσωπικό ασφαλείας, κάτοχος voucher, κάτοχος διπλώματος οδήγησης, κάτοχος τηλεφωνικού αριθμού, κάτοχος άδειας υπηρεσιών ασφαλείας, κάτοχος διδακτορικού, κάτοχος αγροτικής εκμετάλλευσης, κάτοχος αριθμού κινητού, κάτοχοσ μεταπτυχιακού, κάτοχοσ τίτλου πρώτου κύκλου σπουδών