lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κάτοικος

Λεξικό: αγγλικά κάτοικος
Μεταφράσεις: boarder, citizen, denizen, dweller, habitant, inhabitant, inmate, native, occupant, resident, burgess, civilian, commoner, freeman, national
κάτοικος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bydlící, obyvatel, občan, občanský, rezident, usedlý
κάτοικος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bewohner, bürger, einwohner, insasse, staatsangehörige, staatsbürger, resident
κάτοικος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: beboer, borger, indbygger, statsborger
κάτοικος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: costarricense, habitante, huésped, ocupante, residente, sudamericano, vecino, ciudadano
κάτοικος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: antipode, bordelais, faubourien, habitant, hôte, hôtesse, nivernais, occupant, terrien, zonier, administré, citoyen, propriétaire, résident
κάτοικος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: abitante, cittadino
κάτοικος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: beboer, innbygger, losjerende, borger, statsborger, undersåte
κάτοικος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: жилец, житель, обитатель, гражданин, обыватель, резидент
κάτοικος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: invånare, medborgare, undersåte
κάτοικος στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: banor
κάτοικος στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: гражданин, жител
κάτοικος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: жылец, жыхар, кватарант, абывацель, грамадзянін
κάτοικος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: elanik, kodanik
κάτοικος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: asukas, kansalainen
κάτοικος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: stanovnik, žitelj, građanin
κάτοικος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: lakó, lakos, állampolgár
κάτοικος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: gyventojas, pilietis
κάτοικος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: fluminense, habitante, morador, ocupante, residente, cidadão
κάτοικος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: жилець, житель, загарбник, мешканець, окупант, пожилець, громадянин, громадянине, обиватель
κάτοικος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: mieszkaniec, obywatel, rezydent
κάτοικος στα πολωνική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: cetăţean
κάτοικος στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: občan
κάτοικος στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

κάτοικος εξωτερικού, κάτοικος δύο πλανητών, κάτοικος εξωτερικού φορολογία 2014, κάτοικος εξωτερικού δικαιολογητικά, κάτοικος της κω, κάτοικος εξωτερικού φορολογία 2013, κάτοικος εξωτερικού εφορία, κάτοικος εξωτερικού κλειδάριθμος, κάτοικος εξωτερικού στρατιωτική θητεία, κάτοικοσ πατρών